Σελίδες

25 Απρ 2021

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΗΣ ΘΡΗΣΚΕΙΑΣ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ

 

Από την Προϊστορική περίοδο μέχρι τους Ελληνιστικούς χρόνους



Θεά τής γονιμότητας, πήλινο ειδώλιο

Η διάγνωση τής θρησκείας τού λαού που κατοικούσε στις ελληνικές χώρες, κατά την Προϊστορική περίοδο, είναι έργο τής Αρχαιολογίας. Διότι μέσω των ευρημάτων μάς βοηθά να καταλάβουμε τι λατρεύονταν, αλλά και το είδος αυτής, αν ήταν δηλαδή πολυθεϊστική ή μονοθεϊστική, αν ήταν ανθρωπόμορφη κ.λ.π.

Βάσει λοιπόν των ευρημάτων αποφαίνεται πως κατά το τέλος τής Παλαιολιθικής εποχής, περί το 12.000 π.Χ., και καθ’ όλη τη Νεολιθική, μέχρι το 3.000 π.Χ., παριστάνονταν με αγαλματίδια πήλινα και κάποιες φορές και λίθινα:

Ι. η θεότητα τής γονιμότητας, με μορφή γυμνής γυναίκας «στεατοπύγου», δηλαδή έχοντας πολύ εξογκωμένους τους γλουτούς και τους μαστούς, κάτω από τους οποίους έχει τα χέρια της σε σχήμα θηλασμού· οι πτυχώσεις τής κοιλιάς της φανερώνουν την ήδη παραγωγή πολλών τέκνων· συνήθως παριστάνεται όρθια, πολύ σπάνια καθήμενη, και πάρα πολύ σπάνια να κρατά στην αγκαλιά της ένα παιδί.

ΙΙ. η θεότητα τής γονιμοποιήσεως, με μορφή γυμνού ανδρός «ιθυφαλλικού», δηλαδή με ανασηκωμένο και προτεταμένο το γεννητικό του όργανο (φαλλό), συνήθως καθήμενου.

Από όλα αυτά τα παραπάνω προκύπτει, ότι ήδη από τότε η ελληνική θρησκεία, από τις ρίζες της δηλαδή, ήταν πολυθεϊστική και ανθρωπόμορφη. Λατρεύεται η θεά Κουροτρόφος και ο Έρως ή Ερμής, όπως αναφέρει και η σοφή σε αυτά τα πράγματα ελληνική παράδοση διά του Ηρόδοτου, ο οποίος είπε, πως οι πολύ παλιοί Έλληνες έμαθαν από τους Πελασγούς να λατρεύουν τον ιθυφαλλικό Ερμή. Και αυτή μεν είναι η άποψη τής πρώτης ελληνικής θρησκείας σαν υψηλότερης έννοιας, δηλαδή σαν «θεοσέβειας» και «ευσέβειας» από τους πρωτογενείς εκείνους ανθρώπους, οι οποίοι δημιούργησαν «πολιτισμό» έστω και πρώιμο.

Ταυτόχρονα όμως, έχουμε και την «κτηνώδη» άποψη τής πρώτης εκείνης ελληνικής θρησκείας με την καθαρή μορφή τής «δεισιδαιμονίας», την οποία είχαν και έχουν όλοι οι πρωτόγονοι λαοί, αλλά πολλές φορές δεν εξαιρούνται και οι λεγόμενοι κατά τ’ άλλα πολιτισμένοι. Λάτρευαν λοιπόν τα λεγόμενα «ταμπού», τα «φετίχ» δηλαδή περίεργα αντικείμενα τα οποία δεν είχαν ανθρώπινο σχήμα, αλλά οποιοδήποτε γεωμετρικό σχήμα, ή πολλές φορές ούτε καν κάποιο καθορισμένο σχήμα («ανεικονικά»), όπως λόγου χάρη ακατέργαστους λίθους, πυραμοειδείς οβελίσκους, κορμούς δέντρων με παράξενο σχήμα κ.λ.π.

Μέσα σε όλα αυτά πίστευαν πως κατοικεί κάποια θεότητα, δηλαδή ανώτερη δύναμη, ανεξήγητη γι’ αυτούς· έτσι τα φρόντιζαν όλα αυτά από φόβο, για να μην τους βλάψει η ανώτερη δύναμη, βλάβη που κατ’ αυτούς εκδηλωνόταν από διάφορες φυσικές καταστροφές. Όμως, και αυτού του είδους την λατρεία την προσωποποίησαν και την κατέστησαν ανθρωπόμορφη οι Έλληνες, υπό την έννοια του «Μειλίχιου» θεού ή θεάς.

Για τους ίδιους λόγους λάτρευσαν και τους νεκρούς τους, τους οποίους έθαβαν κοντά στα σπίτια τους, για να τους επιβλέπουν, και έτσι να μπορούν να αποφεύγουν την κακοποίηση από αυτούς· έτσι προέκυψε η λατρεία των «Χθονίων», από τους οποίους κατόπιν προήλθαν ο Πλούτωνας, η Περσεφόνη και οι όμοιες επίσης ανθρωπόμορφες θεότητες· αξίζει όμως να επισημάνουμε εδώ, πως οι ανωτέρω εκδηλώσεις τής θρησκείας ως «δεισιδαιμονίας», δεν αντιπροσωπεύονται από ευρήματα σαφή και πολλά, ενώ η «θεοσέβεια», δηλαδή η λατρεία των θεοτήτων τής γονιμότητας και τής γονιμοποιήσεως, αντιπροσωπεύονται από πάρα πολλά και σαφέστατα.

Κατά την Λιθόχαλκη και Χάλκινη περίοδο (3.000 – 2.000 π.Χ.) εξακολουθεί να έχει η θρησκεία στην Ελλάδα τα χαρακτηριστικά των ήδη εκτεθέντων τύπων, χωρίς να υπάρχει καμιά ουσιώδη διαφορά· γιατί η έκταση των χεριών τής Κουροτρόφο θεάς προς τα πάνω ή τα πλάγια, ή η παράσταση τού θεού Έρωτα σε στάση όρθια έχοντας τα χέρια του κάτω από την ήβη του, ή άλλες φορές σε στάση καθιστή και κάποιες φορές ορμητική σε ερωτική παραφορά και έκσταση, τίποτα άλλο δεν δείχνουν,  παρά πως εξακολουθεί να υπάρχει ή ίδια θρησκευτική βάση.

Αντίθετα κατά την Μυκηναϊκή περίοδο (2.000 – 1.000 π.Χ.) η θρησκεία των Ελλήνων αναπτύσσεται ραγδαία και πλουτίζεται σημαντικά σε ποικίλες εκδηλώσεις με παραστάσεις ωραιότερες και πολυμορφότερες· η παλιότερη γυναικεία θεότητα εξακολουθεί να επικρατεί· παριστάνεται όμως πλέον μισόγυμνη τις περισσότερες φορές, και κρατώντας διάφορα λατρευτικά σύμβολα, περιστοιχιζόμενη από ζωοκέφαλους δαίμονες· μερικές φορές κρατά φίδια ή μυστικά κουτιά κ.λ.π.

Κατά την περίοδο 1.500 – 1.200 π.Χ. φαίνεται από τα ευρήματα, ότι η ελληνική θρησκεία υπέστη την επίδραση των Αιγυπτίων, Ασσυρίων και άλλων λαών με τους οποίους οι Μυκηναίοι είχαν συνεχή επικοινωνία, κινδύνευσε μάλιστα και η «ανθρωπομορφία» των θεοτήτων από τους «ζωοκέφαλους» αιγυπτιακούς ιδίως θεούς. Τελικά όμως, νίκησε η ωραία ανθρωπόμορφη παράσταση αυτών, έτσι ώστε περί το 1.200 π.Χ. να έχει οριστικά διαμορφωθεί η «ανθρωπόμορφη πολυθεϊστική» θρησκεία των υψηλότερων αντιλήψεων, η οποία εμφανίζεται λαμπρότατη στα ομηρικά έπη.

Το να δεχτούμε πως ο Όμηρος και ο Ησίοδος «έπλασαν» πρώτοι τους ελληνικούς θεούς, όπως πίστευαν κάποιοι από τους αρχαίους ερευνητές, και σύμφωνα με αυτούς πολλοί από τους νεώτερους, δεν είναι εύλογο, γιατί αποκρούεται από τα ευρήματα· ο Όμηρος απηχεί πάντοτε και πιστότατα τις πραγματικές αντιλήψεις και δοξασίες τού μυκηναϊκού λαού τής ακμής, τον οποίο θαυμάζει και εξυμνεί, παρόλο που αυτός έζησε μετά την καταστροφή του.

Τα ευρήματα από την Κρήτη, την Πελοπόννησο και Θεσσαλία αποδεικνύουν ότι κατά την μυκηναϊκή περίοδο οι θεότητες που αναφέραμε πιο πάνω έλαβαν από τους λατρευτές τους ιδιαίτερο «οίκο», «τέμενος», «ναΐσκο», δεχόμενοι από αυτούς θυσίες και αφιερώματα, αλλά και «πνευματική» λατρεία η οποία εκδηλώνονταν με προσευχές, δεήσεις, προσκυνήματα που ήταν υψηλότερες από τις υλικές προσφορές.

Έτσι η ελληνική θρησκεία έφθασε στην πλήρη τελειότητα και ειδική διαμόρφωσή της περί το 1.300 – 1.100 π.Χ., απέκτησε δε τόσο βαθιές ρίζες, ώστε όταν επήλθε η καταστροφή και η ημιβάρβαρη κατάσταση τής ονομαζόμενης Γεωμετρικής εποχής 1.100 – 800 π.Χ., δεν μπόρεσε να εξαλείψει τις ρίζες αυτές· η εξέλιξη δε της μυκηναϊκής θρησκείας ολοκληρώθηκε, όταν αναμίχτηκε και με τα θρησκευτικά σπέρματα των επελθόντων λαών που μας είναι γνωστοί με το όνομα «Δωριείς» και «Ηρακλειδείς»· εννοείται όμως, ότι τότε οπισθοδρόμησε για κάποιο διάστημα η «θεοσέβεια», με αποτέλεσμα να εκπέσει η θρησκεία σε «δεισιδαιμονία», γιατί λατρεύτηκαν τα «ανεικονικά» ή φετιχικά ομοιώματα, οι «βαίτυλοι» ή «βαιτύλαι», οι οποίοι και παρέμεναν από τότε και καθ’ όλη την ιστορική Ελληνική περίοδο ως «πατροπαράδοτες» και αξιοσέβαστες θρησκευτικές εκδηλώσεις.

Αλλά οι θεοί τού Ομήρου, οι οποίοι υποχώρησαν προς στιγμή, επέστρεψαν στην ψυχή των ανθρώπων τού «Γεωμετρικού» κόσμου, σαν γνώριμοι από παλιά· σ’ αυτό βέβαια συνετέλεσαν κατά πολύ και οι μυθολογικές παραδόσεις οι οποίες είχαν διατηρηθεί από τους ποιητές, αλλά και η θρησκευτική πίστη των διασκορπισμένων Μυκηναίων· τότε ήταν που αναπτύχθηκε από τον Επικό μυκηναϊκό κύκλο, ο «Υμνητικός» ποιητικός κύκλος των παλιών θεών, η δε Τέχνη παρείχε από τότε, δηλαδή από το 800 π.Χ. και μετά, μεγάλη συμβολή στην κραταίωση τής θρησκείας τής «πολυθεϊστικής ανθρωπομορφίας». Έτσι οι θεοί έλαβαν κατά τη Λαμπρή Ελληνική Ιστορική περίοδο 750 π.Χ. – 50 μ.Χ., την πλήρη εικονική τους διαμόρφωση· ο Όμηρος, δηλαδή η ακμή του μυκηναϊκού πολιτισμού, παρείχε την πρώτη ύλη για την διαμόρφωση των ειδικών «τύπων» και των ξεχωριστών «φυσιογνωμιών» όλων των θεοτήτων όλων των βαθμίδων, εκτοπίστηκε δε η σύνδεση των φυσιογνωμιών αυτών με τα φυσικά φαινόμενα· διότι ο Έλληνας τότε διαμόρφωσε πρώτος και μόνος σε όλο τον κόσμο θρησκεία ανώτερη, η οποία πράγματι ανήλθε στο ύψος των ηθικών ιδεών, και δημιούργησε το κάθε τι από θρησκευτική άποψη επιθυμεί ο πολιτισμένος άνθρωπος τής ελεύθερης και υψηλής σκέψης, ο οποίος είναι απαλλαγμένος από κάθε κληρονομημένη πρωτόγονη δεισιδαιμονία.

Πίστευε δηλαδή τότε ο Έλληνας και σε ένα θεό, πατέρα όλων, και των θεών και των ανθρώπων, και απεικόνιζε αυτόν με ανθρώπινη μορφή, έχοντας όμως και τις αδυναμίες τού ανθρώπου, αλλά και με ανώτερες δικές του δυνάμεις, οι οποίες υπερτερούσαν στην δύναμη και το ήθος από το θνητό ανθρώπινο ον· πίστευε επίσης και σε πολλούς άλλους θεούς, ομοίως ανθρωπόμορφους και ανώτερους· πάνω δε από όλους αυτούς αποδέχονταν μια ενυπάρχουσα δύναμη, δράση και ενέργεια που κάλυπτε κάθε χώρο και κάθε μόριο τού χρόνου.

Αυτή η θρησκευτική πίστη των τότε ανθρώπων ήταν καθαρά «λαϊκή» και «κοινή» χωρίς την μορφωτική διάκριση ανώτερων ή κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων· αξίζει δε να σημειώσουμε στο σημείο αυτό, πως στη διάρκεια τής Ελληνικής Ιστορικής περιόδου, ο ανώτερος εκφρασθείς μονοθεϊσμός ή πολυθεϊσμός των φιλοσόφων, το απρόσωπο ή η προσωποποιία των θεών, είχαν τη βάση τους στη λαϊκή θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων.

Αυτή λοιπόν η θρησκεία έγινε παγκόσμια από τον Μέγα Αλέξανδρο, αφού προσέλαβε, αφομοίωσε και διαμόρφωσε από τότε, στοιχεία και των υπολοίπων θρησκειών των Ανατολικών λαών. Δυστυχώς όμως, η ανάμιξη των στοιχείων αυτών, διαστρέβλωσε κατά πολύ τη γνήσια Ελληνική θρησκεία με υλιστικά θρησκευτικά θεωρήματα, στα οποία είναι επιρρεπείς οι Ανατολικοί λαοί. Αδυνατισμένη λοιπόν η καθαρή και ανώτερη Ελληνική θρησκεία, βρέθηκε αντιμέτωπη με τον Χριστιανισμό με τον οποίο πάλεψε για τέσσερις αιώνες 50 – 400 μ.Χ.

Και το «κύκνειο άσμα» της ολοκληρώνεται το 392 μ.Χ., όταν ο Βυζαντινός αυτοκράτορας Θεοδόσιος ο Α΄καταργεί και επίσημα την παλιά θρησκεία.

Βιβλιογραφία

Σύγχρονος Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, Εκδόσεις Ν. Νίκας & Σία     

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Προσοχή! Χωρίς όνομα ή κάποιο ψευδώνυμο δεν γίνεται δημοσίευση σχολίου. Επίσης δεν πρέπει να είναι υβριστικό και άσχετο με το θέμα του άρθρου.

1 σχόλιο:

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.