Σελίδες

17 Οκτ 2021

Η φύση του κακού

Οι Πατέρες της Εκκλησίας μιλούν για το κακό με τρεις έννοιες: με οντολογική έννοια δηλαδή αν πράγματι υπάρχει το κακό αν έχει δηλαδή υπόσταση, με την έννοια της αμαρτίας και με την έννοια του φυσικού κακού.

Το κακό λοιπόν σύμφωνα με τους Πατέρες δεν υπάρχει, δεν έχει υπόσταση. Απλώς είναι η στέρηση του καλού και παρεκτροπή, από την κατά φύση (φυσική) κατάσταση στη παρά φύση (αφύσικη). Γιατί τίποτε από όσα υπάρχουν δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως κακό, αφού όλα είναι δημιουργήματα του Τριαδικού Θεού. Όπως λέει και η Γραφή ο Θεός «δημιούργησε τα πάντα• χωρίς Αυτόν τίποτε δεν έγινε από όσα έχουν γίνει» Κατά Ιωάννη 1:3...

Και πιο συγκεκριμένα και πιο αναλυτικά όπως μας περιγράφεται στο Κολοσσαείς 1:16 – 17 «ότι διά αυτού δημιουργήθηκαν τα πάντα, όσα υπάρχουν στον ουρανό και όσα υπάρχουν στη γη, τα ορατά και τα αόρατα … τα πάντα διά αυτού και για αυτόν έχουν δημιουργηθεί• και αυτός υπάρχει πριν από όλα, και όλα από αυτόν συντηρούνται». Όλα λοιπόν τα δημιουργήματα είναι καλά και τίποτε από αυτά δεν είναι από τη φύση του κακό, όπως μας δηλώνει ωραιότατα το βιβλίο της Γένεσης 1:31 «και είδε ο Θεός τα πάντα, όσα δημιούργησε, και να όλα ήταν πολύ καλά». Συνεπώς αν το κακό είχε υπόσταση θα ήταν δημιούργημα του Θεού. Τότε όμως δεν θα μιλούσαμε για αγαθό Θεό αλλά για κακό.

Αν η δημιουργία του Θεού παρέμενε στην «κατά φύση» (φυσική) κατάσταση όπως βγήκε δηλαδή από τα χέρια του Δημιουργού, δεν θα υπήρχε το πρόβλημα του κακού. Υπήρξε, επειδή ο άνθρωπος με τη θέλησή του απομακρύνθηκε από το «κατά φύση», και προτίμησε την «παρά φύση» (αφύσικη) κατάσταση. Εδώ πρέπει να αναζητήσουμε το κακό• όχι στην οντολογική του ύπαρξη.

Η κακία λοιπόν είναι απομάκρυνση από το καλό, από το «κατά φύση», όπως το σκοτάδι είναι απομάκρυνση από το φως. «Εφόσον παραμένουμε στη φυσική μας κατάσταση, είμαστε στην αρετή, αν όμως παρεκκλίνουμε από τη φυσική μας κατάσταση, δηλαδή από την αρετή, πηγαίνουμε στην παρά φύση», τονίζει ο Ιωάννης Δαμασκηνός, συνεχίζοντας τη διδασκαλία των προηγούμενων από αυτόν Πατέρων.

Κατά τον Μέγα Βασίλειο «η κακία δεν είναι κάτι που υπάρχει … Το κακό είναι  στέρηση του καλού. Το μάτι κατασκευάστηκε. Η τύφλωση όμως προέρχεται με την απώλεια των ματιών. Ώστε εάν το μάτι δεν ήταν από φθαρτή φύση, η τύφλωση δεν θα είχε θέση. Έτσι και το κακό• δεν έχει δικιά του ύπαρξη, αλλά έρχεται κατόπιν στις αναπηρίες της ψυχής».

Το κακό λοιπόν δεν είναι γνώρισμα κάποιας ύπαρξης, αλλά ένα «συμβάν», θεληματική παρεκτροπή από το κατά φύση στο παρά φύση• αυτό το συμβάν ονομάζουμε αμαρτία.

Ο άνθρωπος βρισκόταν σε επικοινωνία με τον Θεό, σε ενότητα αγάπης με τον Δημιουργό του. Εξέπεσε όμως από αυτή και οδηγήθηκε σε κάθε μορφής αρρώστιες. Έδειξε αποστροφή προς το καλύτερο και πήρε αντίθετη κατεύθυνση, που είχε ως αποτέλεσμα να οδηγηθεί μακριά από τον σκοπό του, να χάσει δηλαδή το νόημα της ζωής. Για την επιστροφή σ’ αυτόν το «σκοπό» μιλάει ο Παύλος, όταν λέει: «λησμονώ τα παλιά και προχωρώντας προς εκείνα που είναι μπροστά, τρέχω προς τον σκοπό, προς το βραβείο τής επουράνιας κλήσης του Θεού διά του Ιησού Χριστού» Φιλιππησίους 3:13 – 14.

Το κακό λοιπόν, ως αμαρτία, έχει την ύπαρξή του στην προτίμηση – επιλογή του ανθρώπου, και όχι στη φύση του. «Η αιώνια ουσία μεταδίδει την αγαθότητα και με το λόγο, και με τις πράξεις, και παρατηρούμενη, ενώ η σωματική μεταδίδει μόνο παρατηρούμενη. Η αιώνια ή μη ύπαρξη της λογικής και νοερής ουσίας εξαρτάται από τη θέληση του Θεού, που δημιούργησε τα πάντα καλά. Το να είναι όμως αυτά καλά ή κακά, αυτό εξαρτάται από τη θέληση των δημιουργημάτων. Το κακό δεν υπάρχει στην ουσία των δημιουργημάτων, αλλά στην εσφαλμένη και ασυλλόγιστη ενέργεια αυτών» (Μάξιμος ο Ομολογητής).

Η ψυχή δημιουργήθηκε για να βλέπει τον Θεό και να φωτίζεται από αυτόν, λέει ο Μ. Αθανάσιος, αλλά αυτή, επιζήτησε τα φθαρτά και το σκοτάδι, αντί για το Θεό• αναφέρει ο Εκκλησιαστής 7:29: «ο Θεός έκανε τον άνθρωπο ευθύ, και αυτοί ζήτησαν λογισμούς πολλούς (ενν. πονηρούς)». Αυτοί οι πονηροί λογισμοί προέρχονται από «την καρδιά του ανθρώπου» μάς λέει ο Ματθαίος 15:19, και συμπληρώνει ο Μ. Βασίλειος πως αυτό συμβαίνει όταν ο άνθρωπος εγκαταλείψει ακαλλιέργητα «τα φυσικά σπέρματα των καλών προθέσεων». Στην ψυχή λοιπόν που έχει γίνει χέρσα είναι απολύτως φυσικό να φυτρώνουν παντός είδους αγκάθια και ζιζάνια.

Κατά τον Μάξιμο τον Ομολογητή «τρία είναι εκείνα που μας παρακινούν να κάνουμε τα κακά• τα πάθη, οι δαίμονες και η κακή επιθυμία. Τα πάθη μάς παρακινούν, όπως όταν επιθυμούμε κάποιο παράλογο πράγμα … και όταν οργιζόμαστε ή λυπούμαστε αδικαιολόγητα … Οι δαίμονες πάλι μάς παρακινούν, όπως όταν εκμεταλλεύονται την αδιαφορία που δείχνουμε εμείς, μας επιτίθενται ξαφνικά με μεγάλη σφοδρότητα, διεγείροντες τα πάθη … Τέλος η κακή επιθυμία μάς παρακινεί όπως όταν ενώ γνωρίζουμε το καλό, προτιμούμε το κακό». Αυτό γίνεται επειδή η φύση του ανθρώπου είναι μεταβλητή δηλαδή μεταβάλλεται και όχι αμετάβλητη.

Και επικροτεί τα παραπάνω ο όσιος Μακάριος ο Αιγύπτιος λέγοντας: «Βλέπεις πως μεταβάλλεται η ίδια η φύση; (ενν. του ανθρώπου). Μπορεί να στρέφεται προς το κακό, και αμέσως πάλι να στραφεί προς το καλό• και στις δυο περιπτώσεις έχει την ικανότητα να συμφωνήσει με εκείνες τις πράξεις που θέλει. Μπορεί να δεχθεί λοιπόν φύση του ανθρώπου το καλό ή το κακό, δηλαδή τη θεία χάρη ή την αντίπαλη δύναμη του σατανά, αυτό όμως δεν γίνεται αναγκαστικά, αλλά με τη δική της θέληση».

Αν δεν αντιληφθούμε πως το κακό εδράζεται στην επιθυμία του ανθρώπου να το πραγματοποιεί, τότε πρέπει να το θεωρήσουμε ως αναπόφευκτο γεγονός. Συνεπώς, είναι περιττοί οι νόμοι και οι δικαστές και κάθε προσπάθεια για καλυτέρευση των συνθηκών της ζωής ή και για αποφυγή των δυσάρεστων. Λέει ο Μ. Βασίλειος: «Θα κερδίσει μεν ο γεωργός, χωρίς να σπείρει και χωρίς να ακονίσει το δρεπάνι του, θα γίνει υπερβολικά πλούσιος ο έμπορος, είτε το θέλει είτε όχι, αφού η τύχη θα του συγκεντρώνει χρήματα. Οι δε μεγάλες ελπίδες των Χριστιανών θα εξαφανιστούν, διότι ούτε η δικαιοσύνη θα βραβεύεται, αφού οι άνθρωποι δεν κάνουν τίποτε σύμφωνα με την θέλησή τους».

Κανένας δεν είναι «εκ φύσεως καλός» ή «εκ φύσεως κακός». Γιατί αν συνέβαινε αυτό, τότε κανένας καλός δεν θα μπορούσε να γίνει κακός και κανένας κακός να μεταβληθεί σε καλό. Όμως βλέπουμε στη ζωή των ανθρώπων να συμβαίνουν τέτοιες καταπληκτικές μεταβολές, να μεταπίπτουν από το κακό στο καλό και αντίστροφα. Τελώνες να γίνονται απόστολοι και μαθητές του Χριστού να μεταβάλλονται σε προδότες. Πόρνες να μεταστρέφονται και να γίνονται αγίες και ληστές ευσεβείς. Αυτό μας οδηγεί στο συμπέρασμα πως κανένας δεν είναι καλός ή κακός από τη φύση του.

Αλλά, θα πει ίσως κάποιος, ο Θεός γνωρίζει εκ των προτέρων τα πάντα. Αυτό δεν σημαίνει πως κάθε τι στη ζωή του ανθρώπου είναι αναπόφευκτο και δεν μπορεί να έχει διαφορετική τροπή;

Ο Θεός βέβαια είναι παντογνώστης, γνωρίζει εκ των προτέρων και αυτά που πρόκειται να συμβούν. Αλλά τα γνωρίζει επειδή γι’ αυτόν τα πάντα είναι παρόντα• δεν υπάρχει στο Θεό παρελθόν και μέλλον. Υπάρχει μόνο το αιώνιο παρόν. Η γνώση αναφέρεται πάντοτε σ’ αυτά που υπάρχουν και η πρόγνωση αναφέρεται αυτά που οπωσδήποτε θα συμβούν, λέει ο Ιωάννης Δαμασκηνός• με λίγα λόγια για να γίνουμε κατανοητοί, αυτά που συμβαίνουν δεν συμβαίνουν επειδή τα προγνωρίζει ο Θεός, αλλά τα γνωρίζει επειδή ενώπιόν Του έχουν ήδη συμβεί.

Μήπως θα ήταν καλύτερο αν ο Θεός δεν επέτρεπε καθόλου να έλθουν στην ύπαρξη όσοι, σύμφωνα με τη δική Του πρόγνωση, θα γίνονταν κακοί; Αν τα δημιουργήματα, που δημιουργήθηκαν από την καλοσύνη του Θεού, επρόκειτο να γίνουν κακά εξαιτίας της δικής τους κακής επιλογής, και αυτό το γεγονός τα εμπόδιζε να έλθουν σε ύπαρξη, τότε «το κακό θα νικούσε την καλοσύνη του Θεού», καταλήγει ο Ιωάννης Δαμασκηνός. Ο Θεός λοιπόν δεν ευθύνεται για την αμαρτία του ανθρώπου.

Αλλά, θα παρατηρήσει κάποιος, πολλές φορές, ακόμη και οι κακοί, υπηρετούν τα σχέδια του Θεού. Γιατί τότε να επιρρίπτουμε σ’ αυτούς ευθύνες;

Θα ήταν βλάσφημο να πούμε πως λόγου χάρη ο Ιούδας δεν ευθύνεται για την πράξη της προδοσίας του και ότι υπηρέτησε τα σχέδια του Θεού, που διαφορετικά θα ματαιώνονταν• «μη γένοιτο» λέει ο Χρυσόστομος και καταλήγει: «Διότι ο ίδιος ο πάνσοφος Θεός γνώριζε πως θα ενεργούσε την σωτηρία μας και αν ακόμη δεν συνέβαινε αυτό. Άλλωστε, γι’ αυτό, για να μην νομίσει κανείς ότι ο Ιούδας έγινε υπηρέτης της θείας οικονομίας, αισθάνεται οίκτο γι’ αυτόν». Είχε λοιπόν ευθύνη ο Ιούδας.

Ο Χρυσόστομος θέτει εδώ το πρόβλημα: «Αν ήταν καλό να μην είχε γεννηθεί αυτός, γιατί τον άφησε να έλθει στον κόσμο και αυτόν και όλους τους πονηρούς;». Και απαντάει αποστομωτικά: «Πρέπει να κατηγορήσεις τους πονηρούς, οι οποίοι ενώ ήταν ελεύθεροι να μη γίνουν τέτοιοι, έγιναν πονηροί. Εσύ όμως το άφησες αυτό και λεπτολογείς και περιεργάζεσαι τα έργα του Θεού• αν και γνωρίζεις, ότι δεν γίνεται κάποιος αναγκαστικά πονηρός». Κανένας λοιπόν δεν είναι αναγκαστικά κακός• δεν είναι η φύση η αιτία της αμαρτίας, αλλά οι επιλογές του ανθρώπου.

Όμως τι θα πούμε για το φυσικό κακό, δηλαδή για το «επίπονο και οδυνηρό για τις αισθήσεις», σύμφωνα με τη διατύπωση του Μ. Βασιλείου; Εδώ γίνεται λόγος για τη σωματική ασθένεια, για τη στέρηση των αναγκαίων στη ζωή, για την ντροπή, τη χρηματική ζημιά, την απώλεια των συγγενών, για συμφορές που ταλαιπωρούν όλους τους ανθρώπους μιας περιοχής, όπως πείνες, ξηρασίες, βροχές, σεισμοί κ.ο.κ.

Όλα αυτά αναφέρονται στην αγία Γραφή ως «κακά», τα οποία επιτρέπει ο Θεός ως παιδαγωγικά μέσα ή για άλλο σκοπό. «Εγώ που κατασκεύασα το φως και έκανα το σκοτάδι» λέει ο Θεός στον προφήτη Ησαΐα, «που κάνω την ειρήνη και δημιουργώ τα κακά» Ησαΐας 45:7. Ομοίως και στον προφήτη Μιχαία «ότι κατέβηκαν κακά από τον Κύριο στις πύλες της Ιερουσαλήμ» Μιχαίας 1:12.

Δεν ονομάζει εδώ η Γραφή ως κακία την πονηρία και την αμαρτία, αλλά την ταλαιπωρία, τον πόνο και τις συμφορές• άλλωστε αυτό εννοούσε και ο Κύριος όταν έλεγε «φθάνει για την ημέρα αυτή η κακία (= στεναχώρια) αυτής» Κατά Ματθαίο 6:34. Η αμαρτία δεν είναι έργο του Θεού, αλλά εύρημα της θέλησης του ανθρώπου. Αυτή δε η «κακία», οι οδυνηρές δηλαδή καταστάσεις στη σωματική ζωή του ανθρώπου, η κάκωση, γίνεται προς αναίρεση της αμαρτίας και ονομάζεται κακία, όχι από τον χαρακτήρα της, αλλά «από τη γνώμη των ανθρώπων• διότι συνηθίζουμε να ονομάζομαι κακία όχι μόνο τις κλοπές και τις μοιχείες, αλλά και τις συμφορές» (Χρυσόστομος).

Στην πραγματικότητα αυτές οι ταλαιπωρίες είναι ωφέλιμες, επειδή δεν αποβλέπουν στη τιμωρία μας, αλλά στο σωφρονισμό μας και στην επιστροφή μας μέσω της ταλαιπωρίας, πίσω στη κατάσταση της υγείας. «Και σε ταλαιπώρησα και σε άφησα να πεινάσεις για να σε ευεργετήσω» λέει ο Κύριος στο Δευτερονόμιο 8:3, «για να σταματήσω την κακία προτού εξαπλωθεί υπερβολικά, όπως το ρεύμα του ποταμού, που συγκρατείται με κάποιον ισχυρό φράκτη και αντιτείχισμα» (Μ. Βασίλειος).

Το κακό λοιπόν είναι μόνο ένα, η αμαρτία. Δεν έχει οντολογική ύπαρξη ούτε είναι γνώρισμα κάποιας υπάρξεως. Είναι ένα συμβάν, μια πράξη απόκλισης από το καλό, η στέρηση του καλού, που έχει την αιτία στην επιλογή του ανθρώπου και όχι στη φύση του. Το «κατά φύση» προηγείται από το «παρά φύση» και αυτή η απόκλιση από το «κατά φύση» δεν είναι αναπόφευκτο γεγονός. Απόδειξη άλλωστε αυτού είναι η ύπαρξη καλών και κακών.

Τα «κακά» για τα οποία στην αγία Γραφή φέρεται «δημιουργός» ο Θεός είναι τα φυσικά κακά, οι κακώσεις κατά την αντίληψη των ανθρώπων, επειδή παρουσιάζονται σαν καταστάσεις που μας προκαλούν πόνο. Μέσω όμως αυτής της ταλαιπωρίας σωφρονίζεται ο άνθρωπος και οδηγείται στη επιστροφή. Έτσι ο Θεός «μεταβάλλει» αυτές τις κακώσεις σε δωρεές και οδηγεί στη καλυτέρευση.

 

Βιβλιογραφία

π. Αντώνιος Αλεβιζόπουλος, «Μετενσάρκωση ή Ανάσταση», Εκδόσεις «Διάλογος», Αθήνα 1995, Β΄Έκδοση           

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Προσοχή! Χωρίς όνομα ή κάποιο ψευδώνυμο δεν γίνεται δημοσίευση σχολίου. Επίσης δεν πρέπει να είναι υβριστικό και άσχετο με το θέμα του άρθρου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.