Σελίδες

19 Μαρ 2017

Η ΠΡΩΤΗ ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΚΑΤΑ ΤΟΝ Α΄ΚΑΙ Β΄ΑΙΩΝΑ


Η διοικητική εξέλιξη και οργάνωση της Εκκλησίας της Ελλάδας είχε κατά κάποιον τρόπο «προφητευτεί» και αναγγελθεί από τον Απόστολο των Εθνών Παύλο όταν απευθυνόμενος προς την Εκκλησία της Κορίνθου έγραφε: «Ο Παύλος, απόστολος του Ιησού Χριστού με το θέλημα του Θεού και ο Τιμόθεος ο αδελφός, προς την Εκκλησία του Θεού, η οποία είναι στην Κόρινθο, και προς όλους τους αγίους, που είναι σε ολόκληρη την Αχαΐα˙ χάρις να είναι σ’ εσάς και ειρήνη από τον Θεό τον Πατέρα μας και από τον Κύριον Ιησούν Χριστόν» 2 Κορινθίους 1:1. Η υπό του Παύλου λοιπόν προσδιορισθείσα εξέλιξη της διοικήσεως της Εκκλησίας της Ελλάδας παίρνει συγκεκριμένη μορφή από τα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα, όταν η Κόρινθος εξακολουθεί να αποτελεί το κέντρο όχι μόνο της πολιτικής διοικήσεως της Αχαΐας, αλλά και της διαδόσεως και εξάπλωσης του Χριστιανισμού στην κυρίως Ελλάδα...
Κατά τους πρώτους αποστολικούς χρόνους, ισχυρές Χριστιανικές κοινότητες συναντάμε στις πόλεις της Πελοποννήσου Κόρινθο, Πάτρα, και Σπάρτη. Στην κυρίως Ελλάδα και συγκεκριμένα στην Στερεά Ελλάδα ανάλογες Χριστιανικές κοινότητες βρίσκομαι στην Αθήνα και στην Ναύπακτο, στην περιοχή της Ηπείρου στη Νικόπολη, την Αμβρακία και τη Φωτική, την Λάρισα στην Θεσσαλία, στην Μακεδονία στην Θεσσαλονίκη, την Βέροια και τους Φιλίππους πόλη στην οποία ο Παύλος βάπτισε τον πρώτο Χριστιανό της Ελλάδας και της Ευρώπης στο πρόσωπο της Λυδίας, και στο νησί της Κρήτης στην πόλη Γόρτυνα. Στα υπόλοιπα νησιά Χριστιανικές κοινότητες συναντάμε στην Λίνδο της Ρόδου, στην Τήνο, Μήλο, Πάρο, Θήρα, Αστυπάλαια, Κάλυμνο, Λέρο, Χίο, Τένεδο και Ερεσσό.
Όλες όμως οι παραπάνω αναφερόμενες Χριστιανικές κοινότητες και στις ηπειρωτικές πόλεις και στα νησιά ήταν ανεξάρτητες και αυτόνομες μεταξύ τους και μόνο από τα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα κατέστη αναγκαία η συσπείρωση γύρω από τα σπουδαιότερα κέντρα, και ο λόγος ήταν η αντιμετώπιση εσωτερικών και εξωτερικών κινδύνων της Χριστιανικής πίστης, που προήλθαν αφ’ ενός μεν από τις αιρέσεις και τα σχίσματα, αφ’ ετέρου δε από τους διωγμούς που ξεκίνησε εναντίον των Χριστιανών η Ρωμαϊκή εξουσία. Έτσι λοιπόν δημιουργήθηκε το μητροπολιτικό σύστημα, δηλαδή η διαίρεση των επισκοπών σε μεγάλες επαρχίες, οι οποίες είχαν τον επίσκοπο της πρωτεύουσας ένα είδος πνευματικού προστάτη. Στη αρχή αυτός ονομάζονταν «πρωτεύων», αργότερα δε πήρε την ονομασία με την οποία είναι γνωστός και σήμερα αυτή του «μητροπολίτη».
Από όλες όμως τις τότε υπάρχουσες επισκοπές, ξεχώριζε αυτή της Κορίνθου, ο επίσκοπος της οποίας ασκούσε κατά κάποιο τρόπο πνευματική φροντίδα σε όλες τις επισκοπές της Αχαΐας, οι οποίες είχαν προέλθει από αυτή, γιατί αυτή ήταν η αποστολική Εκκλησία, η μητέρα των εκκλησιών της κυρίας Ελλάδας, δεδομένου του γεγονότος πως η ιδρυθείσα υπό του Παύλου Εκκλησία των Αθηνών ήταν και μικρή και ευρισκόμενη ανάμεσα σε εχθρικό περιβάλλον. Η Εκκλησία λοιπόν της Κορίνθου, άρχισε να διαδραματίζει σπουδαίο ρόλο στην Εκκλησία όλης της χώρας. Σ’ αυτό, εκτός των άλλων συνέβαλαν δύο σημαντικοί παράγοντες: η αποστολική παράδοση την οποία κατείχε και οι συνθήκες στις οποίες βρέθηκε η Εκκλησία του 2ου μ.Χ. αιώνα απέναντι στις αιρέσεις.
Μεγάλο ρόλο την εποχή εκείνη για την ανάδειξη ως μητροπολιτικού κέντρου της Εκκλησίας της Κορίνθου, παίζει και το γεγονός πως στο τιμόνι της βρέθηκε μία από τις μεγαλύτερες μορφές της αρχαίας Εκκλησίας, ο επίσκοπος Διονύσιος (περίπου 160 μ.Χ.), ο οποίος με το κύρος του συμβάλλει στην αντιμετώπιση της κρίσης που είχε ξεσπάσει στους κόλπους της Εκκλησίας. Φροντίζει δε, με επιστολές του όχι μόνο να διασώσει την εν Ελλάδι Εκκλησία, αλλά και την τάξη αυτής. Συγκεκριμένα η Εκκλησία των χρόνων του συνταράσσονταν κυριολεκτικά
1. από τις τάσεις των αιρετικών εγκρατιτών κατά του γάμου
2. από το πρόβλημα της συγχωρήσεως ή μη όσων πέφτουν σε αμαρτίες ή αίρεση
3. από τις προσπάθειες νόθευσης του ασχημάτιστου ακόμα Κανόνα της Καινής Διαθήκης.
Η απάντηση του Διονυσίου στα παραπάνω προβλήματα, που υιοθετήθηκε τότε από όλες σχεδόν τις Εκκλησίες και που από τον 3ο μ.Χ. αιώνα έγινε Παράδοση της Εκκλησίας είναι η εξής: η αγαμία είναι προαιρετική και ο γάμος ιερός˙ όσοι μετανοούν πρέπει να γίνονται δεκτοί σε οποιεσδήποτε αμαρτίες ή αιρέσεις και αν έπεσαν˙ ο κανόνας του αιρετικού Μαρκίωνα είναι ψεύτικος και οι χριστιανοί πρέπει να γνωρίζουν τον αληθινό Κανόνα και τη σημασία του. Η στάση του αυτή που συνιστούσε έστω και προσωρινά επίλυση της κρίσης στους κόλπους της Εκκλησίας, δίνει στον Διονύσιο εξαιρετικά μεγάλο κύρος, οικουμενική αναγνώριση και ασυνήθιστη εμπιστοσύνη των Εκκλησιών στο πρόσωπό του. Αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός πως πολλές Εκκλησίες, σύμφωνα με μαρτυρία του αλλά και από την περίληψη των Επιστολών του, απευθύνονταν σ’ αυτόν ζητώντας απαντήσεις στα θέματα που τις απασχολούσαν.
Δυστυχώς οι επιστολές του δεν διασώθηκαν, πλην όμως από των χαρακτηρισμών των επιστολών του συμπεραίνομε πως ο Διονύσιος προς μεν την Εκκλησία των Αθηναίων και Λακεδαιμονίων γράφει ως μητροπολίτης, προς τις εκκλησίες της Κρήτης και του Πόντου σαν ίσος προς ίσο, προς δε της Εκκλησίας της Ρώμης με μεγάλο σεβασμό, γιατί αποτελούσε την πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας. Καθίσταται λοιπόν με το προσωπικό του κύρος και με τις σπουδαίες επιστολές του ίσως ο πρώτος επίσκοπος Κορίνθου, ο οποίος ασκεί επιβολή και πέρα από τα όρια της Αχαΐας και συνεπώς αληθινός μητροπολίτης Αχαΐας.
Από πληροφορίες που έχουμε από τον Τερτυλλιανό (De Virginis 8) και άλλους εκκλησιαστικούς συγγραφείς μαθαίνουμε, πως στις επισκοπές της Ελλάδας μόλις εμφανίζονταν διάφορα προβλήματα στα εκκλησιαστικά ζητήματα συγκροτούνταν επαρχιακές σύνοδοι για την επίλυσή τους. Σημαντικό ρόλο στην εκκλησιαστική διοίκηση και τον χωρισμό των μητροπόλεων και επισκόπων έπαιξε και η διαφοροποίηση της τότε υπάρχουσας πολιτικής διαίρεσις, γιατί ενώ μέχρι το 280 μ.Χ., η βάση της πολιτικής διαίρεσις του Ρωμαϊκού κράτους ήταν η Επαρχία (Praefectura) της Αχαΐας, Μακεδονίας, Κρήτης κ.λ.π., από του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και μετά, οι επαρχίες συνενώνονται σε ομάδες και αποτελούν τις λεγόμενες Διοικήσεις, λόγου χάρη Ανατολικό Ιλλυρικό, Δυτικής Θράκης κ.λ.π.
Στην Πελοπόννησο μητρόπολις αναδείχθηκε όπως προαναφέραμε η Κόρινθος, μεγαλόπολη κατά την εποχή εκείνη, η οποία λόγω της κεντρικής θέσης που κατείχε, έρχονταν σε επικοινωνία τόσο με την Ανατολή, όσο και με τη Δύση. Όπως πληροφορούμαστε, περίπου το 95 μ.Χ. ξεσπούν στην Κόρινθο μεγάλες έριδες και διαμάχες που καταλήγουν στην έκπτωση των πρεσβυτέρων της πόλης και την μεσολάβηση της εκκλησίας της Ρώμης για ειρήνευση, μέσω επιστολής που απέστειλε ο Κλήμης Ρώμης. Όμως ο ιστορικός Ηγήσιππος μας αναφέρει, πως όταν επισκέφτηκε την εκκλησία της Κορίνθου κατά τα μέσα του 2ου μ.Χ. αιώνα την βρήκε ακμάζουσα. Ο Διονύσιος όπως μας διηγείται ο Ευσέβιος Καισαρείας «υπήρξε χρησιμότατος για όλους αποστέλλοντας καθολικές επιστολές προς τις εκκλησίες» Εκκλησιαστική Ιστορία Δ΄,23,1. Φρόντισε μάλιστα για την δημιουργία νέων εκκλησιαστικών κοινοτήτων στην Μακεδονία και την Κρήτη.
Συνεχίζοντας ο Ευσέβιος Καισαρείας να αναφέρεται στις επιστολές του Διονυσίου μας πληροφορεί, πως η επιστολή του προς τους Λακεδαιμονίους είναι «κατηχητική της Ορθοδοξίας και έχει υπόθεση την ειρήνη και την ενότητα», αυτή προς τους Αθηναίους «προτρεπτική προς την πίστη και εις την κατά το ευαγγέλιο διαγωγής, και ελέγχει αυτούς ως αποστατήσαντες σχεδόν από την διδασκαλία λόγω ολιγωρίας, από την στιγμή που συνέβη να μαρτυρήσει κατά τον τότε διωγμό ο προϊστάμενός τους Πούπλιος». Η επιστολή του προς τους Νικομηδείς αποσκοπούσε να θέσει «κανόνα αληθείας» απέναντι στην αίρεση του Μαρκίωνα. Στην προς τους Ρωμαίους επιστολή του εξαίρει το ήθος της εκκλησίας αυτής λέγοντας «να ευεργετείτε ποικιλοτρόπως όλους τους αδελφούς και να στέλνετε εφόδια σε πολλές Εκκλησίες». Το έτος 188 μ.Χ. ήταν το έτος που μπαίνει τέλος στον τόσο σπουδαίο βίο του, μαρτυρώντας για την πίστη του Κυρίου στην πόλη της Ρώμης.
Στην περιοχή της Ηπείρου μητρόπολις αναδείχθηκε η Νικόπολη, πολυάνθρωπος και αυτή κατά την εποχή εκείνη, η οποία όπως πιθανολογείται είχε την ισχυρότερη χριστιανική κοινότητα σ’ ολόκληρη την Ελλάδα. Μάλιστα σύμφωνα με κάποια μαρτυρία την επισκέφτηκε και ο Ωριγένης.
Η Αθήνα διατήρησε κάποια αυτονομία και μάλιστα προϊόντος του χρόνου έτεινε να καταλάβει μητροπολιτική θέση. Η κοινότητά της έδωσε και τους σπουδαιότερους θεολόγους. Ο Αθηναίοι φιλόσοφοι Αριστείδης και Αθηναγόρας, υπήρξαν χριστιανοί απολογητές του 2ου μ.Χ. αιώνα που επέδωσαν τις απολογίες τους στους αυτοκράτορες Ευσέβιο και Μάρκο Αυρήλιο, στις οποίες διαφαίνεται η πνευματική δύναμη της Εκκλησίας της Ελλάδας. Οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες και ιδιαίτερα ο φιλόσοφος Μάρκος Αυρήλιος ενίσχυσε τις φιλοσοφικές σχολές των Αθηνών, με αποτέλεσμα η Εθνική θρησκεία (ειδωλολατρία) να διατηρεί αρκετά τις πνευματικές της δυνάμεις στις ανώτερες τάξεις, σε αντίθεση με την κοινωνική κατάσταση της υπαίθρου που κάθε άλλο ευχάριστη ήταν. Ιδιαίτερα η θέση των γυναικών ήταν τόσο άσχημη, με αποτέλεσμα να αναζητούν νέα θρησκεία. Η Εθνική θρησκεία, ως πατροπαράδοτη παράδοση λατρεύεται μεν σύμφωνα με τα παραδεδομένα από το πλήθος, αλλά δεν προκαλεί θρησκευτικό ενθουσιασμό, παρά μόνο όταν πρόκειται να αντιδράσει ενάντια σε κάποια ξένη θρησκεία όπως στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν ο Χριστιανισμός. Γι’ αυτό το λόγο η κατάσταση για τον Χριστιανισμό ήταν ελάχιστα ευνοϊκή στην Αθήνα, αντίθετα με την επαρχία που ήταν μάλλον ευνοϊκή.
Η Αθήνα έδωσε και τους επισκόπους Ρώμης, Ανάκλητο, Ξύστο και Υγίνο. Και αυτή έτυχε της επίσκεψης του σπουδαίου Ωριγένη, δυο φορές μάλιστα.
Η πόλη της Θεσσαλονίκης αναδείχθηκε μητρόπολη της Μακεδονίας, η Λάρισα της Θεσσαλίας και η Γόρτυνα της Κρήτης.
               
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Αθανάσιος Γερομιχαλός: Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος, Τόμος Α΄, Θεσσαλονίκη 1973  
2. Στυλιανός Παπαδόπουλος: Πατρολογία Α΄, Έκδοση Δ΄, Αθήνα 2000
3. Ευσέβιος Καισαρείας: Εκκλησιαστική Ιστορία Δ΄- ΣΤ΄, Εκδόσεις «Γρηγόριος Παλαμάς»
 
 
 
ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Προσοχή! Χωρίς όνομα ή κάποιο ψευδώνυμο δεν γίνεται δημοσίευση σχολίου. Επίσης δεν πρέπει να είναι υβριστικό και άσχετο με το θέμα του άρθρου. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Σημείωση: Μόνο ένα μέλος αυτού του ιστολογίου μπορεί να αναρτήσει σχόλιο.