ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ, ΥΒΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΣΧΕΤΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΣΧΟΛΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ

Τελευταία Νέα του "Αντιαιρετικός"

Ευχαριστούμε όλες και όλους εσάς που επισκέπτεστε το ιστολόγιο μας ... Διαβάστε την καινούργια σελίδα μας "Απάνθισμα Πατερικών Κειμένων" ...ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ, ΥΒΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΣΧΕΤΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΣΧΟΛΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ

13 Δεκ 2020

Ο Παλαιστινός Κανών των Εβραϊκών Γραφών, δηλαδή, πως διαμορφώθηκαν τα βιβλία τής Παλαιάς Διαθήκης από τους Ιουδαίους

 


Η λέξη κανών στην κυριολεξία σημαίνει, κάθε ευθεία ράβδο η οποία χρησιμοποιείται για να κρατάει κάτι ευθύ, αλλά και το εργαλείο το οποίο χρησιμοποιούσαν οι κτίστες. Σημαίνει ακόμα, μεταξύ άλλων και τον χάρακα. Στη θρησκευτική χρήση του ο όρος σημαίνει τις συλλογές (καταλόγους) κειμένων ή βιβλίων, οι οποίοι θεωρούνται «λόγοι του Θεού» ή θεϊκές αποκαλύψεις και αποτελούν τη βάση για το θρησκευτικό δόγμα μιας θρησκείας. Λόγου χάρη στον Ιουδαϊσμό η Τορά (Πεντάτευχος), στο Ισλάμ το Κοράνι, στο Χριστιανισμό η Βίβλος κ.ά. Από τη λέξη αυτή έχει παραχθεί και ο όρος «κανονικός» για να δηλώσει την εγκυρότητα ενός βιβλίου της Αγίας Γραφής, ενώ ως «απόκρυφα» χαρακτηρίστηκαν όσα βιβλία δεν κρίθηκαν κατάλληλα για να συμπεριληφθούν στον κατάλογο αυτό...

Παλαιστινό ή στενό κανόνα ονομάζομε τον Εβραϊκό εκείνο κανόνα των Γραφών, αυτόν που εμείς αποκαλούμε Παλαιά Διαθήκη, ο οποίος διαμορφώθηκε στη Παλαιστίνη και περιλαμβάνει λιγότερα βιβλία, από τον μεταγενέστερο Αλεξανδρινό κανόνα. Ας δούμε κατά πρώτον πως γεννήθηκε ο Κανών αυτός.

1. Γέννηση του Παλαιστινού Κανόνα

Βασική προϋπόθεση για τη γέννηση του Παλαιστινού Κανόνα αποτέλεσε, η από αρχαιοτάτων χρόνων πίστη, πως η Θεία Αποκάλυψη εκφράζεται διά ορισμένων μορφών του ανθρώπινου λόγου. Πηγή του λόγου αυτού είναι η θεία αυθεντία και το μέσο διά του οποίου προβάλλεται το θέλημα του Θεού είναι ο άνθρωπος, ο οποίος αντλώντας από την αυθεντία αυτή καθίσταται όργανο του Θεού. Αυτό ισχύει για όλες τις μορφές της Αποκάλυψης, είτε πρόκειται για το «νόμο» του ιερέα, είτε για το «λόγο» του προφήτη, είτε για την «ωδή» του ποιητή, είτε για τη «κρίση» του κριτή και νομοθέτη, είτε για τη «βουλή» του σοφού κ.ά., τα οποία προφορικά στην αρχή εξάγγειλαν το θείο θέλημα· καταγράφτηκαν δέ στη συνέχεια, ως «λόγος του Θεού».

Η τριμερής διαίρεση των βιβλίων των Εβραϊκών Γραφών (Παλαιά Διαθήκη) σε Νόμο, Προφήτες και Αγιόγραφα είναι βεβαίως χρήσιμη για την διαίρεση των βιβλίων αυτών, δεν μαρτυρά όμως την ακριβή σταδιακή εξέλιξη του κανόνα κατά μέρη. Δηλαδή, δεν έχουμε συγκρότηση και «κλείσιμο» του Νόμου πρώτα, μετά των Προφητών και τέλος των Αγιογράφων, αλλά παράλληλη κανονική αναγνώριση των ιδιαίτερων αυτών μερών του Παλαιστινού Κανόνα.

Ξεκινώντας από τη συγκρότηση του Νόμου, έχουμε να παρατηρήσουμε πως σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, η μετάβαση από τον προφορικό λόγο στο γραπτό έγινε αρχικά με την καταγραφή των «νόμων», οι οποίοι θεωρούνταν από τους παλαιότατους ακόμα χρόνους, πως γράφτηκαν ή από αυτόν τον ίδιο το Θεό ή από τον δούλο του τον Μωϋσή: «Ο Κύριος είπε στον Μωϋσή, “Ανέβα σ’ εμένα στο βουνό και μείνε εκεί για να σου δώσω τις λίθινες πλάκες, το νόμο και τις εντολές που έγραψα για να διδάσκεται ο λαός”» Έξοδος 24:12, και «Ο Κύριος είπε στον Μωϋσή, “Γράψε αυτά που σου λέω, γιατί με βάση αυτά τα λόγια, εγώ θα συνάψω διαθήκη μαζί σου και με τους Ισραηλίτες”» Έξοδος 34:27.

Ο Μωϋσής, ο συγγραφέας του Νόμου, δίνει εντολή στην ιερατική φυλή των Λευιτών όχι μόνο να τοποθετήσουν αυτόν μέσα στη Κιβωτό της Διαθήκης «για μαρτυρία», αλλά και να φροντίσουν να παραμείνει αναλλοίωτος για πάντα: «Δεν θα προσθέσετε τίποτε σ’ αυτά που εγώ σας διατάζω, ούτε θα αφαιρέσετε απ’ αυτά. Θα τηρείτε τις εντολές του Κυρίου, του Θεού σας όπως ακριβώς εγώ σας τις διατάζω» Δευτερονόμιο 4:2.

Όλα αυτά όμως, όσο και αν δείχνουν σεβασμό προς το λόγο του Θεού, εν τούτοις ουδόλως μαρτυρούν για κάποια συλλογή ιερών βιβλίων, πολύ περισσότερο δε για κάποιο Κανόνα του Νόμου. Άλλωστε το συμπέρασμα αυτό ενισχύεται και εκ του ότι τα στρώματα της Πεντατεύχου βρίσκονταν για αιώνες σε κατάσταση διαμόρφωσης, για να αποτελέσουν τελικά κατά την περίοδο μετά από την αιχμαλωσία των Ιουδαίων στη Βαβυλώνα, το παλιότερο αλλά και το σπουδαιότερο μέρος του Παλαιστινού Κανόνα της Παλαιάς Διαθήκης, τον Νόμο δηλαδή την Πεντάτευχο.

Παράλληλα προς το Νόμο, αρχίζουν να αποκτούν κανονική ισχύ και οι προφητικές προρρήσεις, ιδιαίτερα δε εκείνες, οι οποίες επαληθεύτηκαν από την ιστορία, καθώς επίσης και όσες είχαν εσχατολογικό – αποκαλυπτικό χαρακτήρα, τις οποίες οι μεταγενέστεροι μελετούσαν με ιδιαίτερη προσοχή. Ο προφητικός λόγος θεωρούνταν πάντα θείας προέλευσης αλήθεια, γι’ αυτό και οι μεταιχμαλωσιακοί Προφήτες συχνά αναφέρονται στους παλιότερους: «Μη γίνεστε σαν τους προγόνους σας. Οι προηγούμενοι Προφήτες, κήρυξαν σ’ αυτούς εκ μέρους μου και τους είπαν ν’ απαρνηθούν τον κακό τους δρόμο και τις βδελυρές τους πράξεις. Αυτοί όμως δεν άκουσαν και δεν μου δώσαν προσοχή» Ζαχαρίας 1:4· κατ’ εξοχήν δε επικαλούνται τους παλιότερους, ιδιαίτερα σε εθνικής σημασίας προρρήσεις αυτών, όπως ήταν λόγου χάρη η προφητεία του Ιερεμία για την αιχμαλωσία για εβδομήντα χρόνια των Ιουδαίων: «Τότε εκείνος απευθύνθηκε στον Κύριο και του είπε: “Κύριε του σύμπαντος, είναι εβδομήντα χρόνια που είσαι οργισμένος ενάντια στην Ιερουσαλήμ και στης Ιουδαίας τις πόλεις. Πότε πια θα δείξεις έλεος γι’ αυτές;”» Ζαχαρίας 1:12. Τα προφητικά έργα δεν έπαψαν ποτέ να μελετώνται, ακόμα και όταν η γνήσια προφητεία άρχισε να εκλείπει, για να εξαχθούν πολύτιμα συμπεράσματα για το μέλλον: «Τον πρώτο χρόνο που είχε ανέβει στο θρόνο της Βαβυλώνας ο Δαρείος, γιος του Ξέρξη, από το λαό των Μήδων, εγώ ο Δανιήλ, συμβουλεύτηκα τα ιερά βιβλία· κατάλαβα, λοιπόν, τη σημασία αυτού που ο Κύριος είχε πει στον Προφήτη Ιερεμία, ότι δηλαδή η Ιερουσαλήμ θα πρέπει να παραμείνει ερειπωμένη για εβδομήντα χρόνια» Δανιήλ 9:1 – 2. Τις απαρχές του Κανόνα των προφητών τις βρίσκουμε στον Ησαΐα, όταν αυτός «δένει» και «σφραγίζει» την διδασκαλία του στην καρδιά των μαθητών του: «Θα φυλάξω τη μαρτυρία, θα εμπιστευτώ τη διδασκαλία στους μαθητές μου» Ησαΐας 8:16. Ομοίως και στην εντολή του Ιερεμία προς τον μαθητή του Βαρούχ, όπως καταγράψει καθ’ υπαγόρευση όλους τους λόγους, τους οποίους ο Προφήτης λάλησε κατά τα τελευταία έτη της δράσης του: «Ο Ιερεμίας κάλεσε τότε τον Βαρούχ, γιο του Νηρία, και του υπαγόρευσε όλα όσα του είχε πει ο Κύριος· και τα έγραψε ο Βαρούχ» Ιερεμίας 36:4.

Η αναγνώριση της θεοπνευστίας των μεταγενέστερων προφητών, δηλαδή, Ησαΐα, Ιερεμία, Ιεζεκιήλ και Δωδεκαπρόφητου επεκτάθηκε και στους προγενέστερους, δηλαδή, Ιησού του Ναυή, Κριτές, Σαμουήλ, Α΄και Β΄Βασιλειών κατά τους Ο΄, και Βασιλείς, Γ΄και Δ΄ Βασιλειών κατά τους Ο΄, προφανώς επειδή τα τελευταία αυτά έργα, θεωρούνταν ως έργα προφητών. Στο σημείο αυτό αξίζει να τονίσουμε πως ο χρονικογράφος των Παραλειπομένων συγκαταλέγει μεταξύ των πηγών του και προφήτες.

Όσον αφορά τώρα στον τελικό καταρτισμό του δευτέρου αυτού μέρους του Παλαιστινού Κανόνα είναι βέβαιο πως όλοι οι προφήτες αναγνωρίζονταν στο σύνολό τους ως κανονική συλλογή ήδη πριν από το 200 π.Χ.

Το τρίτο μέρος του Παλαιστινού Κανόνα, τα Αγιόγραφα, οφείλουν και αυτά τη γέννησή τους στον ίδιο λόγο με τα άλλα μέρη του Κανόνα· δηλαδή στη βαθύτατη συναίσθηση της θεοπνευστίας των βιβλικών ποιητών και σοφών. Το ποίημα, το λειτουργικό κυρίως, και η ποίηση της σοφίας τα οποία πηγάζουν από το Θεό και εκφράζουν τον λόγο αυτού, θεωρούνταν θεόπνευστα και συνεπώς κανονικής ισχύος έργα. Η συνηθισμένη ονομασία του μέρους αυτού του Κανόνα είναι Αγιόγραφα· στο πρόλογο της Σοφίας Σειράχ, στίχο 10, ονομάζονται και «πάτρια βιβλία», ενώ στο κατά Λουκά ευαγγέλιο κεφάλαιο 24, στίχο 44 αποκαλούνται «ψαλμοί». Η συγκρότησή τους περί τα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα, μαρτυρείται εμμέσως από τον πρόλογο της μετάφρασης του βιβλίου της Σοφίας Σειράχ, η οποία έγινε το 130 π.Χ. περίπου: «Γι’ αυτό και ο παππούς μου, ο Ιησούς, ασχολήθηκε πάνω από όλα με τη μελέτη του νόμου, των προφητών και των άλλων προγονικών βιβλίων, κι εξοικειώθηκε μ’ αυτά».

2. Η τελική συγκρότηση του ιουδαϊκού Παλαιστινού Κανόνα

Σύμφωνα με την ιουδαϊκή παράδοση, η οποία διαφυλάχτηκε από τον Ιουδαίο ιστορικό Ιώσηπο αλλά και από το Ταλμούδ, όλα τα λεγόμενα πρωτοκανονικά βιβλία τής Παλαιάς Διαθήκης γράφτηκαν κατά την περίοδο από τον Μωϋσή μέχρι την εποχή του Έσδρα – Νεεμία. Για τα υπόλοιπα γράφει ο Ιώσηπος: «Από την εποχή του Αρταξέρξη μέχρι τη δική μας εποχή, ότι έχει γραφτεί, δεν έχει την ίδια αξιοπιστία όπως οι παλιότερες μαρτυρίες, γιατί δεν υπήρξε ακριβής διαδοχή των προφητών» Κατ’ Απίωνος Ι,41. Πέρα από την πληροφορία αυτή, η οποία εμμέσως αναφέρεται και στον τελικό καταρτισμό του Κανόνα, στο BABA BATHRA 14Β – 15Α του Ταλμούδ γίνεται παράθεση των κανονικών βιβλίων τής Παλαιάς Διαθήκης και των συγγραφέων αυτών.

Βέβαια τα παραπάνω εκτεθέντα εκφράζουν σε γενικές γραμμές τη γνώμη της ιουδαϊκής παράδοσης για τη συγκρότηση του Παλαιστινού Κανόνα, δεν επιβεβαιώνονται όμως από τη σύγχρονη έρευνα, η οποία αλλιώς αποφαίνεται για την πορεία διαμόρφωσης και τελικής κατάρτισης αυτού. Απομένει τώρα να ερευνήσουμε την τελική συγκρότηση του ιουδαϊκού Παλαιστινού Κανόνα πάνω στη βάση στοιχείων τα οποία μπορεί να είναι μικρότερης σημασίας για τον ακριβή καθορισμό της συγκρότησης αυτού, είναι όμως αρκετά ενδεικτικά γι’ αυτό.

Από τον πρόλογο της ελληνικής μετάφρασης του βιβλίου της Σοφίας Σειράχ, η οποία έγινε το 130 π.Χ. από τον εγγονό τού Σειράχ, εξάγεται σαφώς πως ο μεταφραστής εγγονός του, όταν αναφέρεται στο βιβλίο τού παππού του – ο οποίος θεωρείται πως το έγραψε περί το 190 π.Χ. στα εβραϊκά – και λέει «τα πάτρια βιβλία», αναμφίβολα εννοεί τη συλλογή των Αγιογράφων, το τρίτο δηλαδή και τελευταίο μέρος του Κανόνα. Εκτός αυτού όμως γνωρίζουμε, ότι ο ιστοριογράφος Ευπόλεμος περί το 157 π.Χ., χρησιμοποίησε την ελληνική μετάφραση του βιβλίου των Χρονικών, πιθανόν και του Ιώβ. Οι δύο αυτές μαρτυρίες δείχνουν ότι ήδη κατά τα μέσα του 2ου π.Χ. αιώνα, είχαμε μεταφράσεις σπουδαίων έργων από τα Αγιόγραφα.

Τα λόγια του Χριστού στο κατά Λουκά ευαγγέλιο κεφάλαιο 24, στίχο 44 «Αυτοί είναι οι λόγοι που σας είπα, ενώ ήμουν ακόμα μαζί σας, ότι δηλαδή πρέπει να εκπληρωθούν όλα, όσα είναι γραμμένα στο νόμο του Μωϋσή, στους Προφήτες και στους Ψαλμούς για μένα»,  που όπως διαπιστώνουμε μιλά περί «Ψαλμών», μαρτυρά την ύπαρξη πληρέστερου μάλλον Κανόνα και φανερώνει, ότι ο Παλαιστινός Κανόνας είχε λάβει την τελική του μορφή ήδη πριν από την εποχή του Χριστού και των Αποστόλων.

Το συμπέρασμα, περί ολοκλήρωσης του Παλαιστινού Κανόνα, επιβεβαιώνεται και από τις γενόμενες συζητήσεις οι οποίες διεξήχθησαν στη σύνοδο που συγκλήθηκε στην πόλη της Παλαιστίνης  Ιάμνεια περί το 100 μ.Χ. Η αναγνώριση στο χώρο της Αλεξάνδρειας μεταξύ των ελληνοφώνων Ιουδαίων, Κανόνος, που περιείχε και κάποια έργα άγνωστα στους εβραιόφωνους Ιουδαίους της Παλαιστίνης, σε συνδυασμό με την αποδοχή από την χριστιανική Εκκλησία του Κανόνα των Εβδομήκοντα (Ο΄), ο οποίος περιείχε και έργα τα οποία ουδέποτε αναγνώρισε ο Ιουδαϊσμός επίσημα ως κανονικά, ανάγκασαν τους ραβίνους να αναζητήσουν τις γνήσιες πηγές της πίστης και της ζωής τους.

Το έργο αυτό ανέλαβε η συγκληθείσα σύνοδος στην Ιάμνεια· από τις γενόμενες συζητήσεις προκύπτει ότι μεταξύ των Παλαιστινών κύκλων οι Προφήτες και τα Αγιόγραφα θεωρούνταν δευτερευούσης σημασίας έργα σε σύγκριση με το Νόμο, του οποίου η κανονική ισχύ δεν αμφισβητήθηκε ουδέποτε. Οι συζητήσεις περιστράφηκαν κυρίως περί τον Ιεζεκιήλ, τις Παροιμίες, το Άσμα Ασμάτων, τον Εκκλησιαστή, την Εσθήρ ίσως δε και τα Χρονικά με κύριο θέμα όμως, όχι την κανονική αναγνώριση αυτών, αλλά μάλλον την παραμονή τους μεταξύ των βιβλίων του Κανόνα ή το πιθανότερο τον αποκλεισμό τους από τις δημόσιες αναγνώσεις στη Συναγωγή ή της κατ’ ιδίαν μελέτης.

Αυτό ισχύει κυρίως για κάποια κεφάλαια του Ιεζεκιήλ, λόγου χάρη τα 1 και 16, του οποίου όμως το κανονικό κύρος είχε ήδη αναγνωριστεί προ πολλού, στο πλαίσιο της αποδοχής των προφητικών βιβλίων. Μελετώντας κάποιος τις προφορικές παραδόσεις του Ιουδαϊσμού, Μισνά και Ταλμούδ, πείθεται, πως οι συζητήσεις στην Ιάμνεια προϋποθέτουν την κανονικότητα των υπό συζήτηση βιβλίων, και ότι κύριο μέλημα της συνόδου δεν ήταν να «κλείσει» τον Κανόνα, αλλά να προβεί κατά κάποιον τρόπο, σε αναθεώρηση αυτού. Εφόσον ο Ιουδαϊκός Παλαιστινός Κανόνας είχε ήδη διαμορφωθεί τελικά πολύ πριν από τη σύνοδο, το έργο των ραβίνων ήταν όχι η κανονική αναγνώριση νέων βιβλίων, αλλά η διερεύνηση τού κατά πόσο, τα εντός τού επικυρωμένου από την συνείδηση τής Ιουδαϊκής Συναγωγής επίσημου Κανόνα υπάρχοντα βιβλία κατέχουν καλά τη θέση τους.

Ολοκληρώνοντας παραθέτουμε πίνακα με τα βιβλία που απαρτίζουν τον Παλαιστινό Κανόνα δηλαδή την κατ’ εμάς Παλαιά Διαθήκη. Η πρώτη στήλη αφορά το πώς τα προφέρουν οι Ιουδαίοι, η δεύτερη τι σημαίνουν στα ελληνικά και η τρίτη πως είναι γνωστά σε εμάς. Λόγου χάρη το βιβλίο της «Γένεσης», ο Ιουδαίος δεν τον λέει έτσι, αλλά «Μπερεσίθ (Beresith που σημαίνει «Στην αρχή». Αν κάποιος απορήσει πως λείπουν ορισμένα βιβλία από τον πίνακα αυτό, π.χ. το Μακκαβαίων, είναι γιατί η Εκκλησία μας ακολουθεί τον Αλεξανδρινό Κανόνα που είναι πιο ευρύς και όχι τον Παλαιστινό που είναι πιο στενός.

 

Torah = Νόμος

 

Beresith = Στην αρχή

Γένεσις

Veelleh semoth = Και αυτά τα ονόματα

Έξοδος

Wajiqra = Και κάλεσε

Λευιτικόν

Bemidbar ή Vajedabber = Στην έρημο, Και λάλησε

Αριθμοί

’Εlleh haddebarim = Αυτά τα λόγια

Δευτερονόμιον

Nebiim = Προφήτες

 

Jehosu a bin Nun = Ιησούς ο γιος του Νουν

Ιησούς του Ναυή

Sophetim = Κριτές

Κριταί

Semuel I – II = Σαμουήλ Α΄Β΄

Βασιλειών Α΄Β΄

Melakim III = Βασιλείς Α΄– Β΄

Βασιλειών Γ΄Δ΄

Jesa jah(u) = Σωτηρία ο Κύριος

Ησαΐας

Jimerjah(u) = Ο Κύριος εξυψώνει

Ιερεμίας

Jehezqel = Ο Θεός ενδυναμώνει

Ιεζεκιήλ

Hosea = Ο Κύριος σώζει

Ωσηέ

Joel = Κύριος ο Θεός

Ιωήλ

Amos = Βάρος

Αμώς

Obadjah = Δούλος του Κυρίου

Οβδιού

Jonah = Περιστέρι

Ιωνάς

Mika(ja)h(u) = Ποιος σαν τον Κύριο

Μιχαίας

Nahum = Παρηγορημένος

Ναούμ

Habaqquq = Αγκαλιασμένος

Αββακούμ

Zepanjah = Ο Κύριος προστατεύει

Σοφονίας

Haggah = Εορτή

Αγγαίος

Zekarjah = Ο Κύριος θυμήθηκε

Ζαχαρίας

Malaki = Ο Άγγελός μου

Μαλαχίας

Kethubim = Αγιόγραφα

 

Tehillim = Ύμνοι

Ψαλμοί

Ijjob = Που ο πατέρας

Ιώβ

Misle Selomon = Παροιμίες του Σολομώντα

Παροιμίαι

Rut = Ρούθ

Ρούθ

Sir hassirim = Το τραγούδι των τραγουδιών

Άσμα Ασμάτων

Qoheleth = Εκκλησιαστής

Εκκλησιαστής

Ekah = Ω πως

Θρήνοι

Estter = Εσθήρ

Εσθήρ

Danijjel = Ο Θεός κρίνει

Δανιήλ

Ezra = Βοήθεια

Έσδρας

Nehemjah = Ο Θεός παρηγόρησε

Νεεμίας

Dibre hajjamim III = Λόγια των ημερών Α΄– Β΄

Παραλειπόμενα Α΄– Β΄

 

 

Βιβλιογραφία

1. Δαμιανού Αθ. Δόικου, Εισαγωγή εις την Παλαιάν Διαθήκην, Μέρος Α΄Γενική Εισαγωγή, Θεσσαλονίκη 1975

2. Ιώσηπος, Άπαντα 1, Κατ’ Απίωνος, Εκδόσεις Κάκτος

3. Ελληνική Βιβλική Εταιρία, Αγία Γραφή, Αθήνα 1997

4. Εγκυκλοπαίδεια των Θρησκειών, Εκδόσεις Αλκυών

5. Εκπαιδευτική Εγκυκλοπαίδεια, Τόμος Θρησκείες, Εκδοτική Αθηνών 1999 (για τον πίνακα)

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Προσοχή! Χωρίς όνομα ή κάποιο ψευδώνυμο δεν γίνεται δημοσίευση σχολίου. Επίσης δεν πρέπει να είναι υβριστικό και άσχετο με το θέμα του άρθρου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...