ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ,
ΤΑ ΥΒΡΙΣΤΙΚ
Α
ΟΠ
ΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΣΧΕΤΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΣΧΟΛΙΑ ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ. ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 19 - 12 - 2012 ΑΝΑΡΤΟΥΣΑΜΕ ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ. ΑΠΟ ΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ.

Τελευταία Νέα του "Αντιαιρετικός"

Ευχαριστούμε όλες και όλους εσάς που αναδείξατε τον "Αντιαιρετικό" σε πεδίο ελεύθερης έκφρασης και διαλόγου. Ήδη τα σχόλια ξεπέρασαν τις 18.000!!!...ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 19 - 12 - 2012 ΑΝΑΡΤΟΥΣΑΜΕ ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ. ΑΠΟ ΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ.

19 Νοε 2017

Η ειδωλολατρική αντίληψη που έχουν οι χριστιανοί για την κόλαση και τον Παράδεισο





Αν ρωτήσεις τους περισσότερους ανθρώπους, πως φαντάζονται την κόλαση και τον Παράδεισο, σχεδόν όλοι, είτε θρησκεύουν είτε όχι, θα σου πούνε, πως η μεν κόλαση είναι ένας τόπος με φωτιές, όπου οι δαίμονες βασανίζουν τους κολασμένους με κάθε είδους σαδιστικό και απάνθρωπο βασανιστήριο, ο δε Παράδεισος ένας τόπος με απέραντα πράσινα λιβάδια και ησυχία, μέσα στον οποίο κάποιοι άνθρωποι με λευκές στολές και ροδοκόκκινα μάγουλα σε στάση προσευχής με την συνοδεία αγγέλων προσεύχονται στο Θεό...

Βέβαια για την παραπάνω κλασσική εικόνα τής κόλασης και του Παραδείσου, κάθε άλλο παρά υπεύθυνοι είναι οι περισσότεροι άνθρωποι. Γιατί αυτά ακούνε από τους διάφορους ιεροκήρυκες – κληρικούς ή λαϊκούς – που με περισσή ευχαρίστηση τρομοκρατούν τους πιστούς για την τιμωρία τους από το Θεό λόγω των ηθικών παραπτωμάτων τους, και αυτά διαβάζουν στα αφελή θρησκευτικά αναγνώσματα λαϊκής ευσέβειας που οι συγγραφείς τους παλαιότεροι και νεότεροι έχουν παντελή άγνοια της Ορθόδοξης Πατερικής Παράδοσης και Θεολογίας πάνω στο ζήτημα αυτό. Αλλά ο πιο καθοριστικός παράγοντας για την ειδωλολατρική μυθολογική αντίληψη τής κόλασης και του Παραδείσου έχει προέλθει από την αναπαράσταση των  εικόνων που ασχολούνται με το εν λόγω θέμα και εικονίζουν με όλα τα παραπάνω που έχουμε πει για την φρικιαστική κόλαση και τον Παράδεισο τής απόλαυσης.
Έτσι λοιπόν η κόλαση κατά τις συνηθισμένες απόψεις τού ειδωλολατρικού και νομικού (= παράβαση τού θείου νόμου τιμωρία, συμμόρφωση με το θείο νόμο αμοιβή) πνεύματος, συνδέεται άρρηκτα και σταθερά με την κρίση τού ανθρώπου μετά θάνατον από το Θεό, που εννοείται κατά κυριολεξία ως τιμωρία και εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης. Κατά τη βιβλική και πατερική παράδοση όμως τα πράγματα είναι τελείως διαφορετικά. Γιατί σύμφωνα με αυτή η κρίση είναι το αντίθετο τής θεραπείας, δηλαδή η διαπίστωση ή η διάγνωση μιας αρρώστιας στην οποία δυστυχώς λείπει η ιαματική χάρη τού θεού.
Με άλλα λόγια θέλουμε να πούμε και να επισημάνουμε το εξής: πως σωτηρία είναι η ζωοποίηση, ανακαίνιση και μεταμόρφωση των τραυμάτων τής δημιουργίας που προκλήθηκαν από την απομάκρυνση τού ανθρώπου από την ζωοποιό χάρη τού Θεού (προπατορικό αμάρτημα), ενώ κόλαση σημαίνει η στέρηση όλων αυτών των χαρισμάτων, και επομένως στασιμότητα τής ύπαρξης, και το κυριότερο, αδυναμία να συμμετέχει στη δόξα τής βασιλείας τού Θεού που είναι φως, ζωή, κίνηση και συνεχής δημιουργικός εμπλουτισμός. Γι’ αυτό και η μετάνοια που οδηγεί τον άνθρωπο σ’ αυτή τη μεταμορφωτική φωτοδοσία καλείται συνήθως ιατρεία. Γράφει επ’ αυτού χαρακτηριστικά ο Κύριλλος Ιεροσολύμων: «Και επειδή με ευγνωμοσύνη ομολόγησε, γρήγορα είχε την ιατρεία (θεραπεία)» “Κατηχήσεις” 10 PG 33,397A. Ομοίως και ο Ιωάννης ο Χρυσόστομος: «Διότι η μετάνοια είναι η ιατρεία (θεραπεία) που αναιρεί την αμαρτία, δώρο ουράνιο, θαυμαστή δύναμη που με τη χάρη της νικά την ακολουθία των νόμων» “Λόγος περί μετανοίας” 7 PG 49,323.
Παρόλα αυτά όμως, η βούληση τών κολασμένων – και αυτό είναι κάτι που δεν συμφέρει την «κουτοπόνηρη» ωφελιμιστική ανθρώπινη αντίληψη – αντιστέκεται στην θεραπευτική ενέργεια τού Θεού και έτσι τελικά η κρίση καταλήγει στο αποτέλεσμα τής αυτοτιμωρίας. Πρέπει στο σημείο αυτό να γίνει και η εξής επισήμανση, γιατί αλλιώς δεν πρόκειται να γίνουν αντιληπτά όλα τα παραπάνω. Πως η ζωοποίηση και ανακαίνιση των πάντων, όπως και η ανάσταση των νεκρών, γίνεται δίχως την συμβολή τής βούλησης διότι είναι μια αποκατάσταση της ανθρώπινης φύσης. Το τραύμα τής ανταρσίας κατά του Θεού παραμένει στη βούληση που δεν συμφιλιώνεται εκουσίως με τον Θεό και παραμένει στάσιμη. Απεναντίας η φιλία και ο έρωτας προς τον Θεό – των σωσμένων – είναι μια προκοπή ατέλειωτη και αυξητική.
Συνεπώς η ορθόδοξη Πατερική Θεολογία με τη διδασκαλία αυτή έχει συντρίψει τα μυθικά είδωλα τής κόλασης ως τόπου βασανιστηρίων, και του παραδείσου ως τόπου αμοιβών μιας φτηνής ευδαιμονίας. Ο Θεός ως αγάπη που είναι – προσοχή! όχι έχει αγάπη, αλλά είναι αγάπη (1 Ιωάννη 4:8) – προσφέρει πλουσιοπάροχα τα χαρίσματα για την επ’ άπειρο κίνηση τής τελείωσης των σωσμένων, αφού η αγάπη εξουδετερώνει κάθε φόβο. Αντίθετα όσοι έχουν τον φόβο στερούνται την θεία αγάπη – προσοχή! δεν τους την στερεί ο Θεός – και βρίσκονται στην κατάσταση τής κόλασης: «Φόβος δεν υπάρχει στην αγάπη, αλλά η τέλεια αγάπη διώχνει τον φόβο, διότι ο φόβος περιέχει κόλαση (= τιμωρία), και εκείνος που φοβάται δεν είναι τέλειος στην αγάπη.» 1 Ιωάννη 4:18. Απεναντίας ο φίλος τού Θεού ούτε δούλος είναι για να φοβάται ούτε μισθωτός για να ελπίζει σε αμοιβή. Είναι θείο καλλιτέχνημα. Γράφει πολύ όμορφα και διδακτικά ο Γρηγόριος Νύσσης στο “Περί του βίου Μωϋσέως” PG 44,429CD: «Διότι αυτή είναι η αληθινή τελειότητα, το να μην χωρίζεσαι από την κακία κατά την διάρκεια τού βίου σου εξαιτίας τού δουλοπρεπή φόβου τής τιμωρίας. Μήτε να πράττεις το καλό με την ελπίδα τής ανταμοιβής, και να εμπορεύεσαι την ενάρετη ζωή με διαπραγματευτική και συναλλαγματική διάθεση, αλλά να τα καταφρονείς όλα εναποθέτοντας τις υποσχέσεις εις την ελπίδα, θεωρώντας το μόνο φοβερό, να στερηθείς την αγάπη τού Θεού». Ο φόβος τής τιμωρίας και η ελπίδα των αμοιβών (και όχι βέβαια η ελπίδα να δει κανείς τον Θεό πρόσωπο προς πρόσωπο) αποκλείονται τελείως ως εξαρτήσεις που νεκρώνουν την τελειωτική και δημιουργική ελευθερία. Σ’ αυτή την κατάσταση, μας λέει ο αββάς Μακάριος, ο κολασμένος αδυνατεί ν’ αντικρίσει το πρόσωπο τού διπλανού του: «…Και δεν είναι δυνατόν ο ένας να αντικρίσει το πρόσωπο τού άλλου, γιατί το πρόσωπο τού ενός είναι κολλημένο στη πλάτη τού άλλου. Όταν όμως προσεύχεσαι για μας, βλέπουμε λίγο ο ένας το πρόσωπο τού άλλου, όσο διαρκεί η προσευχή˙ αυτή είναι η παρηγοριά μας» “Αποφθέγματα” PG 34,257CD – 260Α.
Αντίθετα η ειδωλολατρία έχει να μας δείξει ένα πλέγμα μυθικών παραστάσεων που προβάλλουν έντονα τις τιμωρίες και τα βασανιστήρια που υφίστανται οι κολασμένοι στη σκοτεινή κοιλάδα του Άδη. Ενδεικτικά αναφέρουμε τις κλασικές γνωστές φιγούρες τού Σίσυφου και τού Ταντάλου και τα μαρτύρια που υφίστανται αιώνια για τα φρικιαστικά εγκλήματα που είχαν διαπράξει στη ζωή τους. Ο μεν Σίσυφος κουβαλούσε ένα τεράστιο βράχο μέχρι την κορυφή ενός βουνού. Μόλις όμως έφθανε στην κορυφή, η πέτρα τού ξέφευγε και κυλούσε κάτω, οπότε έπρεπε να την ξανά – ανεβάσει πάλι. Ο δε Τάνταλος αν και ήταν μέσα σ’ ένα λάκκο με νερό, μόλις έσκυβε να πιει, το νερό εξαφανίζονταν και όταν άπλωνε το χέρι του να κόψει από τους καρπούς ενός δέντρου που βρίσκονταν ακριβώς από πάνω του αυτό εξαφανιζόταν. Αλλά και τα μεγάλα πνεύματα τής εποχής εκείνης δεν ξεφεύγουν από τις μυθικές παραστάσεις των κολασμένων και του Άδη, όπως λόγου χάρη ο Πλάτωνας που στο “Φαίδρο” και την “Πολιτεία”, μας διηγείται τις τρομαχτικές περιγραφές που αντίκρισε ο Ηρ ο γιος του Αρμένιου στον Άδη. Σύμφωνα λοιπόν με το μύθο ο Ηρ ο γιος τού Αρμένιου, ο οποίος ήταν γενναίος πολεμιστής σκοτώνεται στη μάχη. Το σώμα του για δέκα ημέρες παρέμεινε στο πεδίο της μάχης ανάμεσα στα πτώματα των υπολοίπων πολεμιστών που είχαν αρχίσει να αποσυντίθεται. Μετά από δώδεκα ημέρες, αφού τον είχαν μεταφέρει σπίτι του, τη στιγμή που τον είχαν πάνω στη νεκρική πυρά, ο ήρωας ξαναγυρνά στη ζωή και αρχίζει να διηγείται όλα όσα είχε δει η ψυχή του στον άλλο κόσμο. Όμως για να είμαστε δίκαιοι, σε ορισμένους συγγραφείς τού αρχαίου ελληνικού κόσμου, απαντούν και τάσεις που παραμερίζουν αυτές τις αντιλήψεις, όπως στην τραγωδία “Αντιγόνη” του Σοφοκλή, όπου διαμείβεται ο παρακάτω διάλογος μεταξύ Κρέοντα και Αντιγόνης:
«Αντιγόνη: Όμως ο Άδης επιθυμεί για όλους ίσους τους νόμους.
Κρέοντας: Αλλά δεν είναι δυνατόν ο καλός να τύχει ίσης μεταχείρισης με τον κακό.
Αντιγόνη: Ποιος γνωρίζει άραγε, εάν κάτω ισχύουν τα ίδια που ισχύουν εδώ πάνω;».
Πάντως αξίζει να σημειωθεί, ότι για το μυθικό αυτό πλαίσιο των τιμωριών και των βασανιστηρίων των εγκλεισμένων στη φυλακή τής κόλασης, και πως αυτό που ισχύει στην ανθρώπινη περιοχή και το κοινωνικό γίγνεσθαι ισχύει κατ’ αναλογία και στη θεία περιοχή, «έχουν βάλει το χεράκι τους» και κάποιοι Χριστιανοί συγγραφείς. Έτσι κατά την περιγραφή τού Τερτυλλιανού “Apolegeticus” 48. “De testimonio animae” 4, η κόλαση είναι ένας τόπος με όρη που φλέγονται και δεν καταναλώνονται ποτέ. Εξίσου τρομακτικές περιγραφές βρίσκει κανείς και στην “Πολιτεία” τού Ιερού Αυγουστίνου. Αξιοπρόσεκτο επίσης είναι, πως και στις δύο περιπτώσεις οι συγγραφείς προσπαθούν να αποδείξουν αυτή την κατάσταση τής κόλασης ακόμη και με παραδείγματα παρμένα από την ανθρώπινη εμπειρία. Ο Αυγουστίνος παραπέμπει στα ηφαίστεια και στον ασβέστη, αλλά και στους μικροοργανισμούς που επιβιώνουν και δεν εξαφανίζονται στις υψηλές θερμοκρασίες (Βλ. “De Civitate Dei” 21,2 και 4 PL 41, 700 – 712). Ο Προυδέντιος – Ρωμαίος Χριστιανός ποιητής 348 – 413 μ.Χ. – μάλιστα, μας πληροφορεί, πως κατά τις μεγάλες γιορτές τής Χριστιανοσύνης σβήνει η φωτιά τής κόλασης για να ανακουφιστούν οι κολασμένοι “CarminaPL 59, 827 – 828A.
Εν ολίγοις δηλαδή ο άνθρωπος και στο σημείο αυτό, φαντάζεται τον Θεό σαν τον εαυτό του. Έτσι το παράξενο και το παράδοξο και η τραγωδία του Χριστιανισμού δεν βρίσκεται μονάχα στις παραπάνω ειδωλολατρικές παραστάσεις τής κόλασης, αλλά στη ψυχική διαστροφή πολλών Χριστιανών. Η διαστροφή αυτή εκδηλώνεται συνήθως με δύο κύριες μορφές. Στην πρώτη κυριαρχεί στην ψυχή τού Χριστιανού ο φόβος τής τιμωρίας. Συνεχώς καταβάλλει μια αγωνιώδη προσπάθεια να συμμορφωθεί απλώς με μερικές τυπικές εντολές, δίχως δημιουργική πνοή και πρόοδο στην τελείωση. Ο πιστός αυτός διαρκώς πανικοβάλλεται εξαιτίας μιας οποιασδήποτε παράλειψης και μηχανεύεται μύριους περίεργους συνδυασμούς για να καλύψει την ένοχη συνείδησή του. Μπροστά στα μάτια του ο Θεός είναι ο σαδιστής χωροφύλακας και ο αμείλικτος εισαγγελέας, και όχι ο γιατρός τής αγάπης. Με άλλα λόγια αυτή είναι η κόλαση.
Πολλές φορές ένας τέτοιος πιστός μεταδίδει την ενοχή σε ευαίσθητες συνειδήσεις σαν δηλητήριο, φυτεύοντας στις ψυχές απόγνωση και τρόμο. Καμιά πράξη του δεν δείχνει ηρωική και δημιουργική ζωή, πρόοδο και καλλιέργεια. Κάθε στιγμή έχει να κάνει με την οργή του Θεού και όχι με την αγάπη του. Αλλά η αγάπη μονάχα είναι θεία ιδιότητα, ενώ η οργή καθαρά ανθρώπινη˙ παύει να βλέπει τον Θεό οργισμένο, όταν ανακαλύψει στο πρόσωπο τού διπλανού του τη θεία αγάπη. Ο φόβος μονάχα σαν ένα προστάδιο και σαν ένα σκαλοπάτι δικαιολογείται, και σαν φόβος «ιερός», «ανόθευτος» και ως στάση δημιουργική που ωθεί τον πιστό στην αληθινή αγάπη και τελείωση.
Όσο για την ψυχική διαστροφή πολλών Χριστιανών, έχουμε να επισημάνουμε, πως μπορεί να φτάσει μέχρι του σημείου οι περίεργοι αυτοί πιστοί να μην έλκονται από τον θείο έρωτα και την θεία φιλία, αλλά να ικανοποιούνται με τη σκέψη πως οι αμαρτωλοί θα τιμωρηθούν στην κόλαση. Πολύ χρησιμοποιούν τέτοιοι πιστοί – αν τύχει μάλιστα να είναι και ιεροκήρυκες – το φραγγέλιο του Χριστού. Λησμονούν όμως πως ο Χριστός είναι Θεάνθρωπος, και στην περίπτωση εκείνη έδειξε την οργή του εναντίον τού θρησκευτικού κατεστημένου της εποχής του. Ποτέ ο Χριστός δεν οργίσθηκε εναντίον των αμαρτωλών. Πουθενά δεν μπορεί κανείς να βρει τη ρήση «ουαί τοις αμαρτωλοίς». Το επιχείρημα τού φραγγελίου γυρίζει πίσω στα κεφάλια των υποστηρικτών του.
Συνεπώς η δημιουργία και η σωτηρία είναι έργα αγάπης, της μιας και μοναδικής θείας αγάπης. Ο Θεός είναι μονάχα φως, και όχι σκοτάδι. Το σκοτάδι άλλωστε είναι ανύπαρκτο. Οι κολασμένοι δεν γύμνασαν τα μάτια τού σώματος και του νου, δεν πήραν το θείο φως, και έτσι δεν μπορούν να δουν τον Θεό, και μένουν στο «πυρ το εξώτερον». Η σωτηρία ως ιατρεία συνδέεται με την αποκατάσταση τής ανθρώπινης δεκτικότητας. Όσοι έχουν τον αρραβώνα τής σωτηρίας δεν περιμένουν απλώς μια φτηνή αμοιβή από τον Θεό, αλλά δημιουργικά σμιλεύουν το θεϊκό έργο και τη θεωτική τελείωση.
Με την ειδωλολατρική μυθολογική αντίληψη τής κόλασης και του Παραδείσου, επισκέφτηκε κάποιος και τον σύγχρονο άγιο μας γέροντα Παΐσιο. Για να δούμε τι του απάντησε ο μακαριστός γέροντας, πως η κόλαση είναι τόπος με καζάνια και φωτιές, και ο Παράδεισος ένας τόπος με απέραντα πράσινα λιβάδια ή κάτι άλλο: 

«Ένας πατέρας κοσμικός πήγε στο Γέροντα και του έκανε παράπονα πως τα παιδιά του τον αδικούν, χωρίς όμως να έχει δίκιο γι’ αυτό. Ο Γέροντας προσπάθησε να τον πείσει ότι πρέπει  να αντιμετωπίζει το θέμα πνευματικά και του έλεγε:
– Ευλογημένε, για σένα αυτά είναι γραμμάτια, που θα έχεις να λαμβάνεις επάνω (μετά θάνατον).
Τότε εκείνος του απάντησε:
– Γέροντα, δεν πιστεύω ότι υπάρχει κόλαση και Παράδεισος κι άλλη ζωή. Εξ’ άλλου κανείς δε γύρισε από την άλλη ζωή, για να μας πει αν υπάρχει ή όχι. Εγώ πιστεύω μόνο ότι υπάρχει μια ανώτερη δύναμη.
Ο Γέροντας απάντησε γελώντας:
– Κάτι είναι κι αυτό! Βρε ευλογημένε, αν δεν υπήρχε άλλη ζωή κι ο Χριστός, τι λες, τρελοί είναι τόσοι μοναχοί που κάθονται στις ερημιές στερούμενοι όλα τα κοσμικά; Επειδή δεν ασχολήθηκες καθόλου με τα πνευματικά, γι’ αυτό και αγνοείς για την πνευματική ζωή. Μετά, όσο για την κόλαση και τον Παράδεισο, αυτά υπάρχουν. Και τα δύο αυτά τα ζει η ψυχή, είναι καταστάσεις ψυχικές. Δεν είναι τόποι με καζάνια και φωτιές. Και σου λέω ένα παράδειγμα, για να καταλάβεις:
Τώρα, ας πούμε, κοιμάσαι και βλέπεις ένα όνειρο. Βλέπεις ότι κάπου πας και κλέβεις. Αμέσως μετά στην ψυχή σου μπαίνει ο φόβος, μήπως σε δει κανείς. Και ξαφνικά σε παίρνουν χαμπάρι και προσπαθούν να σε πιάσουν. Τότε εσύ το βάζεις στα πόδια, φοβάσαι να μην σε πιάσουν, να μην σε σκοτώσουν, έχεις άγχος, αγωνία για το αν τελικά θα ξεφύγεις. Ξαφνικά βλέπεις να σε κυκλώνουν. Γεμίζει η ψυχή σου από απελπισία, απογοήτευση, τρόμο, για το τι έχουν να σου κάνουν, σε λούζει κρύος ιδρώτας και στριφογυρίζεις πάνω στο κρεβάτι σου σαν σβούρα. Σ’ αυτήν λοιπόν την κατάσταση ξυπνάς και διαπιστώνεις ότι ήταν ένα όνειρο, ένας εφιάλτης. Αρχίζεις τότε σιγά – σιγά να ηρεμείς και επανέρχεσαι.
Όλες αυτές τις καταστάσεις τις έζησε η ψυχή σου και η συνείδησή σου και ήταν λίγες στιγμές μιας μικρής κόλασης, δηλαδή μιας άσχημης ψυχικής κατάστασης και εμπειρίας. Κατέλαβαν την ψυχή σου, ο φόβος, ο τρόμος, η αγωνία, το άγχος, η απελπισία και η απογοήτευση.
Η κόλαση λοιπόν δεν είναι καζάνια μέσα στα οποία βράζουν οι ψυχές, αλλά μια κατάσταση στην οποία θα περιέλθει η ψυχή μετά το χωρισμό από το σώμα. Τότε, όταν θα διαπιστώσει και θα δει όλη την αλήθεια, θα υποφέρει φοβερά, που δεν πίστευε στο Χριστό και σε όσα Εκείνος έλεγε για την άλλη ζωή. Όσον αφορά σ’ αυτά που έχει κάνει η ψυχή, θα αισθάνεται έλεγχο σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό και θα ζει όλες αυτές τις άσχημες καταστάσεις του φόβου, του άγχους, του τρόμου, της απελπισίας, της απογοήτευσης κ.λ.π. Αυτά όσον αφορά στην κόλαση.
Ανάλογα συμβαίνει και με τον Παράδεισο. Ας πούμε, τώρα, πως έχεις ένα γιό, που τον αγαπάς πάρα πολύ κι αυτός είναι από χρόνια φευγάτος στα καράβια. Κι ενώ κοιμάσαι, ξαφνικά στο όνειρό σου, τον βλέπεις ότι ήρθε. Τότε κυριεύεσαι από μια μεγάλη συγκίνηση, απερίγραπτη χαρά και αγάπη κι αρχίζεις να τρέχεις, να τον αγκαλιάζεις και να τον φιλάς. Κι ενώ η καρδιά σου πετάει και κοντεύει να σπάσει από την μεγάλη χαρά, ξαφνικά ξυπνάς και βλέπεις ότι ήταν όνειρο και έτσι επανέρχεσαι απογοητευμένος στην προτέρα σου κατάσταση. Όλες αυτές οι στιγμές, που έζησε η ψυχή σου, ήταν λίγες στιγμές που έμοιαζαν σαν παραδεισένιες. Γέμισε δηλαδή η ψυχή σου από χαρά και αγάπη.
Θέλω να σου δείξω κατά κάποιο τρόπο μ’ αυτά τα παραδείγματα ότι και ο Παράδεισος και η κόλαση υπάρχουν. Αρχίζουν μάλιστα σε μικρό βαθμό απ’ αυτή τη ζωή και ολοκληρώνονται, σ’ όλη τους την πραγματικότητα, στην άλλη ζωή. Παρόμοιες καταστάσεις υπάρχουν στην ψυχή ανάλογα με το περιεχόμενό της. Αν μέσα στην ψυχή επικρατεί αγάπη, χαρά, καλωσύνη, ελπίδα, πίστη, εγκράτεια, ταπείνωση κ.λ.π., τότε η ψυχή έχει καταστεί τόπος Παραδείσου».

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Νίκου Α. Ματσούκα: Το πρόβλημα του κακού, Εκδόσεις Π. Πουρναρά, Γ΄ Έκδοση, Θεσσαλονίκη 1992  
2. Ιερομόναχου Χριστοδούλου του Αγιορείτου: « Ο γέρων – Παΐσιος» σελ. 204 – 205   
3. Ελληνική Wikipedia, για πληροφορίες για τους διάφορους συγγραφείς και μυθικά πρόσωπα που αναφέρονται στο άρθρο

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...