Τελευταία Νέα του "Αντιαιρετικός"

Ευχαριστούμε όλες και όλους εσάς που επισκέπτεστε το ιστολόγιο μας.

26 Νοε 2017

Όταν ο Μέγας Βασίλειος, εξαιτίας της θεολογίας του, κατηγορήθηκε για νεωτερισμό και περιφρόνηση της Εκκλησιαστικής Παράδοσης




Μέγας Βασίλειος, νωπογραφία (Fresco) στο Καθεδρικό Ναό της Οχρίδας (ΠΓΔΜ)

Ανάλογο πρόβλημα με την ενδοτριαδική σχέση τού Θεού – Πατέρα με τον Υιό – Λόγο που είχε φέρει στην επιφάνεια ο αιρετικός Άρειος, υποστηρίζοντας πως Υιός – Λόγος είναι κτίσμα (= δημιούργημα) τού Θεού – Πατέρα, δημιούργησε και ο αιρετικός Ευνόμιος, λέγοντας πως οι ξεχωριστές ιδιότητες των υποστάσεων ή προσώπων τής Αγίας Τριάδας (Πατέρας – Υιός Λόγος – Άγιο Πνεύμα) ταυτίζονται με την ουσία Αυτής. Απαντώντας στον Ευνόμιο, ο Μέγας Βασίλειος, υποστήριξε, πως και τα τρία αυτά πρόσωπα τής Αγίας Τριάδας έχουν κοινή φύση (ουσία), αλλά ταυτόχρονα το κάθε πρόσωπο Αυτής έχει ιδιαίτερη υπόσταση...

Έφερε μάλιστα παράδειγμα κατ’ αναλογία, από την κοινή εμπειρία που έχουμε όλοι μας, για την ανθρώπινη φύση και τα ιδιαίτερα πρόσωπα αυτής. Δηλαδή όλοι οι άνθρωποι μετέχουμε της κοινής φύσης (ουσίας) που είναι η ανθρώπινη, αλλά ταυτόχρονα ο καθένας μας έχει τα μοναδικά χαρακτηριστικά του ώστε να είναι ο άλφα, ο βήτα κ.λ.π. Έτσι έχουμε τη θεμελιώδη θεολογία τής φράσης “μία ουσία τρεις υποστάσεις”, κατά την οποία και η ιδιαιτερότητα των τριών υποστάσεων (προσώπων) διασώζεται και η κοινή φύση Τους ομολογείται.
Με αφορμή λοιπόν την τριαδολογία και την πνευματολογία του (βλ. άρθρο μας «Ο ΑΓΩΝΑΣ ΤΟΥ Μ. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΕΧΘΡΩΝ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ») ο Μέγας Βασίλειος κατηγορήθηκε πως εισάγει – όπως ο Σωκράτης – «καινά δαιμόνια» δηλαδή νεωτερισμούς στη θεολογία και περιφρονεί την Εκκλησιαστική Παράδοση. Μέλημα του πλέον ήταν να δείξει πως παραμένει κατά πάντα ορθόδοξος, καθώς επίσης και τη σχέση που έχει το νέο προς την Αγία Γραφή και την Παράδοση, το οποίο διατυπώνει με το φωτισμό τού Αγίου Πνεύματος και το εισάγει στη διδασκαλία τής Εκκλησίας. Πρώτος δηλαδή ο Μέγας Βασίλειος αντιμετώπισε άμεσα και προσωπικά το πρόβλημα τής σχέσης, που υπάρχει μεταξύ τής θεολογικής προσφοράς ενός μεγάλου θεολόγου και της Παράδοσης. Το γεγονός αυτό έχει σπουδαία και μεγάλη σημασία, διότι έτσι έδειξε με ποιο τρόπο εναρμονίζεται ο εκάστοτε φωτισμός με την παραδοσιακότητα και τι αποτελεί – εξωτερικά τουλάχιστον – εγγύηση γνησιότητας τής αυξημένης εμπειρίας τής Εκκλησιαστικής αλήθειας. Έτσι φθάνουμε στην εσώτατη διαδικασία τού θεολογικού γίγνεσθαι, στη “μέθοδο” τής θεολογίας, που θα την ακολουθήσουν όλοι όσοι έγιναν μεγάλοι θεολόγοι.
Η προς την Γραφή σχέση τής καίριας και κατ’ εξοχήν θεολογίας τού Μέγα Βασιλείου – τριαδολογία  και πνευματολογία – περιγράφεται σαν είσοδος από το γράμμα στο πνεύμα τής Γραφής. Το γράμμα, η μορφή τής Γραφής, δηλώνει βέβαια την αλήθεια, αλλά όχι στην απειρότητά της, όχι δηλαδή όλες τις πλευρές της, όλο το βάθος της. Όταν ο Βασίλειος, αλλά και ο κάθε μεγάλος θεολόγος τής Εκκλησίας, προκαλείται από αυτή να δώσει απάντηση σ’ ένα πρόβλημα που έχει ανακύψει εντός της, και για το οποίο δεν έχει σαφή απάντηση η Γραφή, πρέπει να εισέλθει στα “άδυτα” και “απόρρητα” τής Γραφής, κάτω, πίσω και πέρα από το γράμμα της, για να χαριτωθεί από το Άγιο Πνεύμα με ευρύτερη εμπειρία – γνώση τής αλήθειας, να φωτισθεί δηλαδή από το ίδιο το Πνεύμα τής γνώσεως, ώστε να μπορεί να δώσει γνήσια και σωτήρια απάντηση.
Η γνήσια διαδικασία τής εισόδου στο βάθος τής Γραφής προϋποθέτει για τον Μέγα Βασίλειο αποτέλεσμα σύμφωνο με ό,τι εκφράζει το γράμμα της. Στο σημείο αυτό είναι πολύ σαφής. Γνωρίζει πολύ καλά ότι το θεολογικό αποτέλεσμα τού φωτισμού – άρα της κατ’ εξοχήν θεολογίας – δεν υπάρχει στο γράμμα τής Γραφής. Άλλωστε, αν το αποτέλεσμα αυτό υπήρχε ρητά, ξεκάθαρα και κατηγορηματικά στη Γραφή, δεν θα το ζητούσε κάτω και πέρα από το γράμμα της. Γνωρίζει όμως ακόμη και είναι απόλυτα βέβαιος ότι το αποτέλεσμα πρέπει να είναι – και είναι στην περίπτωσή του – “ακόλουθο”, σύμφωνο δηλαδή με την “έννοια” τής Γραφής (και όχι με το γράμμα της), με το πνεύμα της. Επιστολή 159,2.
Στις εναντίον του κατηγορίες για νεωτερισμό, αναγκάστηκε να δηλώσει πως φρονεί ό,τι παρέλαβε από την Παράδοση. Υποστήριξε δε, πως το μόνο που έκανε αυτός ήταν, αυτό που παρέλαβε το αύξησε και το συμπλήρωσε χωρίς όμως να το μεταβάλει. Έγινε συντελεστής τής εξής διαδικασίας: το στέλεχος (“γένος”) από μικρό γίνεται μεγαλύτερο, διατηρώντας όμως την ταυτότητά του. Εφόσον λοιπόν η αλήθεια δεν αλλάζει καθαυτή, δεν αυξομειώνεται, εκείνο που μπορεί να συμβεί μόνο είναι η αύξηση, η προκοπή τού ανθρώπου στην εμπειρία τής αλήθειας, γεγονός που αποβαίνει και σε αύξηση τής Παράδοσης. Προσοχή όμως! Κάθε αύξηση τής Παράδοσης αποκλείεται, εκτός αν αυτή προκύπτει ως “προκοπή γνώσεως” τής αλήθειας. Αλλά ακόμα και στην περίπτωση αυτή, η αύξηση στην γνώση τής αλήθειας και η “προσθήκη” στην Παράδοση δεν σημαίνει καθόλου “βελτίωση” τής Παράδοσης από το χειρότερο στο καλύτερο.
Η Παράδοση ήταν και θα είναι γνήσια, εφόσον αποτελεί δήλωση και καταγραφή της εμπειρίας τής αλήθειας. Επομένως, εκείνο που συμβαίνει στην Παράδοση, όταν έχουμε θεολογική προσφορά κάποιου μεγάλου Πατέρα και Διδασκάλου, είναι η αύξηση της και πιο συγκεκριμένα η “συμπλήρωσή” της με κάτι που “έλειπε” από αυτή. Η αύξηση εμπειρίας αφορά κάτι που έλειπε στην Παράδοση. Και όταν αυτό το κάτι βιώνεται με φωτισμό (εμπειρία) “προστίθεται” στην Παράδοση, όπως π.χ. έγινε διαδοχικά και ανελικτικά με την προσθήκη του όρου “ομοούσιος” στην Α΄Οικουμενική Σύνοδο, με τη συμπλήρωση του άρθρου περί Αγίου Πνεύματος στη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο και με τις προσθήκες όλων των Οικουμενικών Συνόδων.
Γράφει για όλα τα παραπάνω ο μεγάλος σύγχρονος δογματολόγος μας μακαριστός πατέρας Ιωάννης Ρωμανίδης, επεξηγώντας γιατί δεν μπορεί η αλήθεια που εκφράζει ένας Πατέρας, αλλά και η εν γένει Πατερική παράδοση να έρχεται σε σύγκρουση και να διαφωνεί με την Αγία Γραφή:  

«Εξ επόψεως κριτηρίου τής αλήθειας, η Αγία Γραφή είναι απόλυτο κριτήριο. Δηλαδή, δεν ημπορεί να υπάρχη κάτι στην πατερική παράδοση, που να διαφωνή με την Αγία Γραφή. Εξ επόψεως κριτηρίων η Αγία Γραφή είναι απόλυτο κριτήριο.
Εξ επόψεως, όμως επιπέδου γνώσεως, η Αγία Γραφή με τα ρήματα (σ.σ. εννοεί τις λέξεις) και νοήματα των Πατέρων και των Συνόδων  ημπορή να έχη διαφορά; Όχι. Διότι τα ρήματα των Πατέρων τι είναι; Είναι τής Αγίας Γραφής τα ρήματα και τα νοήματα. Διότι οι Πατέρες, όταν διδάσκουν, την ίδια την Αγία Γραφή διδάσκουν. Χρησιμοποιούν τα ίδια ρήματα, για να αποδώσουν τα ίδια νοήματα.
Στα ρήματα και τα νοήματα τής Παλαιάς Διαθήκης και της Καινής Διαθήκης οι Πατέρες προσθέτουν όμως ρήματα, ορισμένα ρήματα. Αλλά, δεν προσθέτουν κανένα νόημα, που δεν υπάρχει στην Αγία Γραφή. Ρήματα προσθέτουν, νοήματα δεν προσθέτουν. Τα νοήματα είναι τα ίδια. Τα ρήματα προσθέτουν, τα ρήματα αλλάζουν. Πάντοτε οι Πατέρες κληρονομούν από το παρελθόν ρήματα και νοήματα.
Έχουν την εμπειρία που έχουν και οι προηγούμενοι. Και επομένως, χρησιμοποιούν τα ρήματα και τα νοήματα, έχουν και την ίδια  εμπειρία. Μετά, αναλόγως με τις περιστάσεις, όταν προκύπτουν νέες αιρέσεις και νέες ανάγκες κ.λ.π., στα ήδη υπάρχοντα ρήματα, προσθέτουν ρήματα για να πουν τα ίδια νοήματα. Δεν προσθέτουν καινούργια νοήματα. Χρησιμοποιούν νέα ρήματα για τη διασάφηση εναντίον συγκεκριμένων αιρέσεων. Διότι, το Πνεύμα το Άγιον ανάλογα με τις περιστάσεις φωτίζει τους Πατέρας, επειδή έχουν την εμπειρία τού φωτισμού, σε ορισμένες περιπτώσεις και της θεώσεως, φωτίζονται και βρίσκουν πάντοτε και καινούργια ρήματα για να αποδώσουν τα ίδια νοήματα. Τα νοήματα δεν αλλάζουν, τα ρήματα αλλάζουν».

Κάθε προσθήκη στη διδασκαλία – Παράδοση σύμφωνα με τον Μέγα Βασίλειο απαγορεύεται: «Εκτός από αυτό που είπα ακριβώς προηγουμένως, να εξετάζεται εάν η κάποια αύξηση σ’ αυτά που λέγονται έγινε λόγω προκοπής, η οποία ακριβώς δεν είναι μεταβολή από το χειρότερο προς το καλύτερο, αλλά συμπλήρωση σ’ αυτό που λείπει κατά την προσθήκη της γνώσης» Επιστολή 223,5.
Αυτό λοιπόν που αδυνατούσαν να καταλάβουν οι αντίπαλοί του και κατήγοροι είναι το εξής: το πρόσωπο που είναι φορέας τής Παράδοσης σε κάποια εξαιρετική περίπτωση προκόπτει στη γνώση τής αλήθειας. Προκόπτει, προοδεύει στην εμπειρία τής αλήθειας και αποκτά το πλέον. Αυτό, που ως τότε έλειπε, τώρα προστίθεται, ενσωματώνεται, φυσιολογικά και αδιάσπαστα στην ήδη υπάρχουσα εμπειρία μέσα του, αλλά και γενικά στην Παράδοση τής Εκκλησίας.
Η πορεία τής θεολογικής αυτής διεργασίας, που τη βρίσκουμε στον Ιγνάτιο τον Θεοφόρο, τον Ειρηναίο και τον Αθανάσιο, αναλύεται τώρα από τον Μέγα Βασίλειο και μορφοποιείται ως γνήσια θεολογική μέθοδος. Βάσει αυτής ο Μέγας Βασίλειος αισθάνεται βέβαιος για την γνησιότητα τού αυξημένου που εκφράζει και βρίσκει την τόλμη να ζητάει διεύρυνση, αύξηση ακόμη και τού Συμβόλου τής πίστεως (το γνωστό μας «Πιστεύω»). Ζήτησε πριν από τη Β΄ Οικουμενική Σύνοδο (381 μ.Χ.), να προστεθεί στο Σύμβολο της Νίκαιας, όπου είχαν πρωτομπεί τα επτά πρώτα άρθρα τού «Πιστεύω», η αυξημένη διδασκαλία περί Αγίου Πνεύματος. Και μάλιστα είναι ο πρώτος, από όσο μπορούμε να γνωρίζουμε, μεγάλος θεολόγος τής Εκκλησίας που τόλμησε να προτείνει προσθήκη στο ίδιο το Σύμβολο.   

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 
1. Στυλιανού Γ. Παπαδόπουλου, Άρθρο «Η συμβολή του στη Θεολογική σκέψη», περιοδικό «Ιστορικά» της Ελευθεροτυπίας, τεύχος 217, 2 Ιανουαρίου 2004, αφιέρωμα «Ο Μέγας Βασίλειος»
2. Μητροπολίτη Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου, Ιερόθεου, «Εμπειρική Δογματική της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, Τόμος Α΄», Εκδόσεις Ιερά Μονή Γενεθλίου της Θεοτόκου, 2010

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...