Του Ιωάννη Πλεξίδα δρ Δογματικής
Θεολογίας και δρ Φιλοσοφικής Ανθρωπολογίας
Η περίπτωση
του Χριστού
Στη μία
σύνθετη υπόσταση του Χριστού
συναντώνται δύο ολοκληρωτικά διαφοροποιημένες
φυσικές, δηλαδή, υπαρκτές πραγματικότητες:
η θεϊκή και η ανθρώπινη. Αυτή η ένωση των δύο φύσεων λέγεται «κατά σύνθεσιν ένωσις» και είναι «η εις άλληλα των μερών χωρίς αφανισμού περιχώρησις». Η περιχώρηση των δύο φύσεων
δεν εμφαίνει κάποια μορφή
σύγχυσης, αλλοίωσης η τροπής. Δεν υπήρξε μεταβολή των φύσεων, καθώς η κάθε μία από αυτές διατήρησε «την εαυτής φυσικήν ιδιότητα αμετάβλητον». Ενώθηκαν λοιπόν οι δύο φύσεις «κατά τινα άρρητον μίξιν και κράσιν αρρητοτέραν». Η περιχώρηση στην περίπτωση
του Χριστού διαφοροποιείται από την περιχώρηση της ψυχής και του σώματος στον άνθρωπο. Στην περίπτωση του Χριστού περιχωρείται το άκτιστο (θεϊκή φύση) με το κτιστό (ανθρώπινη φύση), ενώ στον άνθρωπο περιχωρούνται
δύο διαφοροποιημένες φύσεις (ψυχή και σώμα), αλλά και οι δύο ανήκουν στον χώρο του
κτιστού. Έχουμε, δηλαδή, δύο
διαφορετικά είδη περιχώρησης. Για να κάνει κατανοητή τη διαφορά, ο Δαμασκηνός χρησιμοποιεί την έννοια του πάθους. Στον άνθρωπο
η ψυχή «συναγλεί και συμπάσχει τω σώματι» ενώ η θεότητα, στην περίπτωση του Χριστού, «απαθής ούσα, ου συνέπασχε τω σώματι». Ένα δεύτερο βασικό σημείο είναι η προτεραιότητα που δίνει στη θεότητα ο Δαμασκηνός. Στο πρόσωπο του Χριστού, οι δύο φύσεις
«ει και περιχωρείν εν αλλήλαις», η περιχώρηση έγινε «εκ της θεότητος».
Οι δύο φύσεις ενώθηκαν «ασυγχύτως», «αδιαιρέτως» και «αναλλοιώτως». Η κάθε μία από αυτές τις φύσεις είναι τέλεια· έχει όλα
εκείνα τα φυσικά και συστατικά ιδιώματα που τη συνοδεύουν και τη χαρακτηρίζουν. Η ανθρώπινη φύση του Χριστού έχει σώμα και ψυχή νοερή και λογική και ό,τι άλλο χαρακτηρίζει
τον άνθρωπο. Δεν θα
μπορούσε να γίνει διαφορετικά, γιατί, εάν ο Χριστός δεν είχε αναλάβει ή είχε απωλέσει κάποια από τα φυσικά ιδιώματα του ανθρώπου, θα ήταν «ου τέλειος αλλ’ ελλιπής άνθρωπος»...