ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ, ΥΒΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΣΧΕΤΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΣΧΟΛΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ

Τελευταία Νέα του "Αντιαιρετικός"

Ευχαριστούμε όλες και όλους εσάς που επισκέπτεστε το ιστολόγιο μας ... Διαβάστε την καινούργια σελίδα μας "Απάνθισμα Πατερικών Κειμένων"

13 Οκτ 2019

Το θρησκευτικό μυστήριο του Γάμου. Ένα ακόμα ΘΥΜΑ της Χριστιανικής εκκοσμίκευσης



Ο γάμος στην Κανά

Τα μυστήρια τής Εκκλησίας δεν είναι ούτε μαγεία ούτε αντικειμενικά μέσα αγιασμού, αλλά αποκαλύψεις ενός άλλου τρόπου ζωής και ύπαρξης, γι’ αυτό και το κριτήριο τής εγκυρότητάς τους είναι η επίτευξη αυτής της αλλαγής. Έτσι λοιπόν το μυστήριο τής Θείας Ευχαριστίας (Κοινωνίας), κοινώς η «μεταλαβιά» που λέει ο λαός, είναι κατά βάση το κεντρικό μυστήριο τής Εκκλησίας επειδή δια μέσου του άρτου και του οίνου – που είναι ο Χριστός – οι διασκορπισμένοι, αποσυνδεδεμένοι, διαιρεμένοι, αποκομμένοι και απομονωμένοι άνθρωποι ενώνονται και γίνονται το σώμα του Χριστού...

Αυτό άλλωστε είναι και το θαύμα τής μετουσίωσης και της μεταμόρφωσης που περιμένουμε να συμβεί κατά την διάρκεια τής Θείας Λειτουργίας και όχι επομένως μια ευκαιρία για απρόσωπη και ατομιστική λατρεία που πιθανόν να ικανοποιήσει κάποιες θρησκευτικές ανάγκες! ή διάφορα ψυχολογικά και ενοχικά συμπλέγματα. Όταν λοιπόν οι άνθρωποι προσέρχονται στη λειτουργία ανώνυμα, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων και παραμένουν έτσι κατά την διάρκεια και το πέρας αυτής, είναι προφανές πως δεν έχουν γίνει σώμα Χριστού. Το θαύμα επομένως που περίμεναν να συμβεί δεν συνέβη ποτέ!
Ένα ακόμα θύμα της Χριστιανικής εκκοσμίκευσης [1] – όσον αφορά τα μυστήρια – και το τι πράγματι είναι εκκλησιαστικό και τι όχι, είναι και το μυστήριο του Γάμου. Γιατί το μυστήριο του Γάμου είναι η φανέρωση και πραγμάτωση της αλήθειας τής Εκκλησίας, δεν είναι μέσο για την «ικανοποίηση των θρησκευτικών αναγκών του λαού», ούτε για την εξυπηρέτηση συμβατικών σκοπιμοτήτων της κοινωνικής χρησιμοθηρίας. Το μυστήριο αυτό προσφέρεται από την Εκκλησία μόνο σε όσους θέλουν να ζήσουν τη μεταμόρφωση της φυσικής ερωτικής σχέσης σε σταυρική άσκηση ελευθερίας και αγαπητικής αυταπάρνησης, σε γεγονός μετοχής στην έσχατη αλήθεια τής «όντως ζωής». Οπότε η διαμάχη για το αν πρέπει οι μελλόνυμφοι να προσέρχονται σε θρησκευτικό ή πολιτικό γάμο, στην ουσία είναι διαμάχη «περί όνου σκιάς», αφού δεν εξυπηρετείται ο παραπάνω σκοπός.
Αλλά ας αφήσουμε καλύτερα τον καθηγητή της Φιλοσοφίας κ. Χρήστο Γιανναρά, να μας διηγηθεί την αλλοτρίωση που έχει επέλθει και στο μυστήριο του Γάμου:


«Μέσα στις θεμελιακές ανακατατάξεις των τελευταίων τριάντα χρόνων και ιδιαίτερα στο χώρο των δυτικών κοινωνιών, ο θεσμός της οικογένειας – που οι αρχές του χάνονται στα βάθη της προϊστορίας – αμφισβητείται για πρώτη φορά, θεωρητικά και έμπρακτα, με τρόπο ριζικό και απόλυτο. Η συχνότητα και ευκολία διάλυσης του Γάμου – ο ραγδαία αυξανόμενος αριθμός των διαζυγίων, κυρίως στις “αναπτυγμένες” κοινωνίες – θα μπορούσε ίσως να είναι ένα ενδεικτικό σύμπτωμα της ευρύτητας που εμφανίζει η έμπρακτη αμφισβήτηση του θεσμού. Ανεξάρτητα ωστόσο και από τη στατιστική τεκμηρίωση, είναι φανερό ότι ο τρόπος ζωής που μας επιβάλλεται στα πλαίσια του πολιτισμού της αυτονομημένης τεχνολογίας και κατανάλωσης, υπονομεύει, αν δεν αποκλείει το θεσμό του Γάμου: Γιατί είναι τρόπος ζωής οπωσδήποτε ατομοκεντρικός, μοιάζει να αποκλείει τις δυνατότητες ατομικής αυθυπέρβασης και προσωπικής σχέσης. Η σχέση είναι μορφή υποταγής: υποτάσσεις ή υποτάσσεσαι. Γι’ αυτό και η άρνηση πιστότητας στη συζυγική σχέση προπαγανδίζεται σαν αυτονόητη αναγκαιότητα απελευθέρωσης, λυτρωτική αποδέσμευση από την υποταγή στη συμβατικότητα και τη ρουτίνα, άνοιγμα προς τη ζωή, που είναι αδιάκοπη περιπέτεια υπέρβασης των σχημάτων.
Όχι άσχετα ίσως με την αγροτική μορφή ζωής, αιώνες ολόκληρους ο θεσμός του Γάμου λειτουργούσε σαν οργανική αναγκαιότητα συντονισμού του ανθρώπου με το σύνολο ρυθμό της ζωής του κόσμου, σαν αυτονόητη και έμπρακτη πιστότητα στην κοσμική υπόσταση του ανθρώπου. Η συνάντηση του άνδρα και της γυναίκας, η δημιουργία της οικογένειας, ήταν μια ολόκληρη, υπαρκτική υποταγή στον καθολικό ρυθμό της ζωής, στη σπορά, τη βλάστηση, την καρποφορία, και όχι μια ατομική μόνο εκλογή διανοητικής και αισθηματικής αυθαιρεσίας. Ο Γάμος και η οικογένεια ήταν το αυτονόητο χρέος του ανθρώπου, το κύριο περιεχόμενο της ζωής του.
Αλλά στα όρια του δυτικού πολιτισμού, ο λώρος που συνδέει τον άνθρωπο με τις κοσμικές διαστάσεις της ζωής μοιάζει να κόβεται οριστικά. Η ζωή λογαριάζεται στα όρια της ατομικής ύπαρξης και η αλήθεια του κόσμου στα όρια της διάνοιας. Η μόνη δυνατή σχέση με τον κόσμο είναι η υποταγή του κόσμου στην ατομική ανάγκη και επιθυμία – υποταγή που κατορθώνεται με τη δύναμη της διάνοιας την υλοποιημένη στη μηχανή. Έτσι και ο έρωτας – κατεξοχήν δυνατότητα σχέσης με την κοσμική καθολικότητα της ζωής – υποτάσσεται στην ατομική ανάγκη και επιθυμία. Ο ατομοκεντρικός τρόπος επιβίωσης του σύγχρονου δυτικού ανθρώπου δεν αφήνει περιθώρια ζωής άλλα από την ατομική προτίμηση, κρίση, απόφαση, εκλογή, ηδονή.
Ο εγκλωβισμός στην τέλεια υποκειμενικότητα και η ταυτόχρονη προσπάθεια για απόλυτη αντικειμενικότητα – με κέντρο και στις δυό περιπτώσεις τον άτομο – μετέβαλαν τον άνθρωπο στη Δύση σε μια έννοια δίχως περιεχόμενο, σε μονάδα αυτοερωτικής ικανοποίησης. Ζούμε ένα πολιτισμό αυτοερωτισμού, μια υστερία ερωτικής δίψας που αρχίζει και τελειώνει στο εγώ, στο άτομο, στο μηδενισμό της σχέσης, στην άγνοια της προσωπικής αλήθειας του ανθρώπου. Αναπόφευκτα και ο γάμος αλλοτριώνεται σε ορθολογική σύμβαση χρησιμοθηρικών σκοπιμοτήτων ή διατηρείται σαν αμοιβαία έλξη φυσικού ερωτισμού για την εφήμερη ατομική ικανοποίηση.
Η κρίση του θεσμού του Γάμου στο χώρο των δυτικών κοινωνιών δεν πρέπει να είναι άσχετη με την αλλοτρίωση της αλήθειας του μυστηρίου του Γάμου στον πνευματικό βίο των χριστιανικών εκκλησιών. Στα πλαίσια της λεγόμενης “εκκοσμίκευσης”, οι συμβατικές σκοπιμότητες της κοινωνικής χρησιμοθηρίας απογυμνώνουν συχνά τον εκκλησιαστικό Γάμο από το μυστηριακό του περιεχόμενο: τον μεταβάλλουν σε τυπική επικύρωση ή τελετουργική επευλογία της φυσικής και κοινωνικής ένωσης δύο ετερόφυλων προσώπων. Παύει το μυστήριο να είναι χάρισμα ελευθερίας από τη φυσική αναγκαιότητα, υποστατική δυνατότητα προσωπικής σχέσης και μετοχής στην εκκλησιαστική καθολικότητα της ζωής, ασκητική βεβαίωση της αλήθειας και ετερότητας του προσώπου.
Κι αν η αλλοτρίωση του Γάμου είχε σαν αποκλειστική αιτία την αδυναμία ή νηπιότητα των προσερχομένων στο μυστήριο, αν η δική τους ανυποψίαστη προσέλευση υποτιμούσε και αποδυνάμωνε τις δυνατότητες ζωής του μυστηρίου, τότε το σύμπτωμα θα εξαντλούσε τη σημασία του στη δεδομένη και κοινή ανθρώπινη αποτυχία και πτώση. Δεν είναι όμως μόνο η ανθρώπινη ανεπάρκεια, είναι και η τακτική των θεσμοποιημένων εκκλησιαστικών οργανισμών που καθιερώνει, με τη δύναμη της κρατικής εξουσίας, το εκκλησιαστικό μυστήριο σαν τυπική και υποχρεωτική προϋπόθεση για την κοινωνική και πολιτική αναγνώριση του Γάμου. Πρόκειται δηλαδή για «επίσημη» άγνοια ή άρνηση της αλήθειας του μυστηρίου του Γάμου – που δεν παύει να εκφράζει την ίδια δεδομένη και κοινή ανθρώπινη αποτυχία και πτώση, αλλά με αμεσώτερες ίσως συνέπειες στην αλλοτρίωση του γεγονότος της σωτηρίας, στη μετατροπή τής Εκκλησίας σε συμβατικό κοινωνικό θεσμό και κρατική σκοπιμότητα. Θα μπορούσε να θυμηθεί κανείς και τη βιβλική σημασία της “βλασφημίας” – του εμπαιγμού της αγάπης και μεγαλειότητας του Θεού – όταν οι άνθρωποι άθεοι ή θρησκευτικά αδιάφοροι, που διατηρούν τυπικά την ιδιότητα του χριστιανού στην πολιτική τους ταυτότητα, υποχρεώνονται να παίξουν μέσα στο άγιο σώμα τής Εκκλησίας το φαιδρό ρόλο μιας τυποποιημένης μετοχής σε ένα μυστήριο χορηγείας του Αγίου Πνεύματος.
Η αποσύνδεση του Γάμου από την αλήθεια του μυστηρίου εκφράζεται χαρακτηριστικά και με την αποξένωσή του από το γεγονός της Ευχαριστίας. Δεν είναι πια η ευχαριστιακή σύναξη, το καθολικό σώμα τής Εκκλησίας, που δέχεται και εγκεντρίζει στη ζωή τους προσερχόμενους στα μυστήρια. Αλλά είναι ο ιερέας που παρέχει ατομικά τη Χάρη, σε διαδοχικές ιεροπραξίες, την ίδια μέρα και στον ίδιο ναό. Είναι τόσο ριζική και πηγαίνει σε τέτοιο βάθος αυτή η αλλοίωση της αλήθειας των μυστηρίων, ώστε να διερωτάται κανείς με ποια έννοια αυτές οι αποκομμένες από το σώμα τής Εκκλησίας ιεροπραξίες αναφέρονται στη σωτηρία του ανθρώπου από τη φθορά και το θάνατο της ατομικότητας, ποια σχέση έχουν με τον τρόπο υπάρξεως τής Εκκλησίας, τη μετοχή στην κοινωνία των αγίων.
Αν δεχόμαστε την αλήθεια των μυστηρίου του Γάμου, πρέπει να δεχθούμε και τις συνέπειές της, οσοδήποτε οδυνηρές για την κρατούσα ηθικιστική και κοινωνική αντίληψη του θεσμού. Και βασική συνέπεια αυτής της αλήθειας είναι ότι το εκκλησιαστικό μυστήριο του Γάμου δεν μπορεί να τίθεται ως αναγκαστική προϋπόθεση σε κάθε συζυγική συμβίωση – έστω και στις λεγόμενες (και ανύπαρκτες πια) “χριστιανικές” κοινωνίες. Το μυστήριο του Γάμου είναι η φανέρωση και πραγμάτωση της αλήθειας τής Εκκλησίας, δεν είναι μέσο για την “ικανοποίηση των θρησκευτικών αναγκών του λαού”, ούτε για την εξυπηρέτηση συμβατικών σκοπιμοτήτων της κοινωνικής χρησιμοθηρίας. Για να υπηρετηθούν αυτές οι σκοπιμότητες, υπάρχει στα σύγχρονα κράτη ο θεσμός του πολιτικού γάμου που δεσμεύει κοινωνικά και ηθικά την ερωτική σχέση στα πλαίσια μιας τίμιας συζυγικής συμβίωσης. Ο πολιτικός γάμος μπορεί να τίθεται ως αναγκαστική προϋπόθεση – κοινωνική ή ηθική – σε κάθε συζυγική συμβίωση, όχι όμως το μυστήριο του Γάμου. Το μυστήριο προσφέρεται από την Εκκλησία μόνο σε όσους θέλουν να ζήσουν τη μεταμόρφωση της φυσικής ερωτικής σχέσης σε σταυρική άσκηση ελευθερίας και αγαπητικής αυταπάρνησης, σε γεγονός μετοχής στην έσχατη αλήθεια της “όντως ζωής”.
Στον ατομοκεντρικό πολιτισμό και στην εποχή της μεταφροϋδικής “απελευθέρωσης” του ενστίκτου, στην άρνηση των τυποποιημένων θεσμών και των συμβατικών σχημάτων, η Εκκλησία έχει να αντιτάξει το μυστήριο του Γάμου ως κατεξοχήν δυνατότητα ελευθερίας και σχέσης: της αληθινής ελευθερίας που κερδίζεται με την ασκητική αυθυπέρβαση, και της αληθινής σχέσης που βιώνεται μέσα από τον εκούσιο θάνατο του εγώ.»

Σημείωση
1. Εκκοσμίκευση: Κατάσταση κατά την οποία η Εκκλησία χάνει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της και λειτουργεί σύμφωνα με τις συνήθειες του κόσμου. Ως όρος δηλώνει την υποταγή της Εκκλησίας στους θεσμούς και στη νοοτροπία του κόσμου. Είναι η αλλοτρίωση (απομάκρυνση – αποξένωση) της Εκκλησίας από τους σκοπούς και το περιεχόμενό της.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
1. Χρήστος Γιανναράς, «Η Ελευθερία του Ήθους», Εκδόσεις «Γρηγόρη», 3η Έκδοση, Αθήνα 1989
2. π. Φιλόθεος Φάρος, «Η Εκκλησία ως σκάνδαλο και ως σωτηρία», Εκδόσεις «Αρμός», Αθήνα 2002
3. Σχολικό Εγχειρίδιο Γ΄Τάξης Γυμνασίου, «Εκκλησία, η νέα κοινωνία σε πορεία», 4η Έκδοση 2000, Γλωσσάριο για τον όρο Εκκοσμίκευση

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...