ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ,
ΤΑ ΥΒΡΙΣΤΙΚ
Α
ΟΠ
ΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΣΧΕΤΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΣΧΟΛΙΑ ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ. ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 19 - 12 - 2012 ΑΝΑΡΤΟΥΣΑΜΕ ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ. ΑΠΟ ΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ.

Τελευταία Νέα του "Αντιαιρετικός"

Διαβάστε το καινούργιο άρθρο μας «ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΚΑΤΕΧΕΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ;»…...Ευχαριστούμε όλες και όλους εσάς που αναδείξατε τον "Αντιαιρετικό" σε πεδίο ελεύθερης έκφρασης και διαλόγου. Ήδη τα σχόλια ξεπέρασαν τις 18.000!!!...ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 19 - 12 - 2012 ΑΝΑΡΤΟΥΣΑΜΕ ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ. ΑΠΟ ΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ.

9 Μαρ 2014

Προσπάθειες μόρφωσης κλήρου και λαού μετά την Τουρκοκρατία


Η φροντίδα για ειδική μόρφωση του κλήρου η οποία θα συνέβαλε και στη πρόοδο των Εκκλησιαστικών γραμμάτων αλλά και στην εξύψωση της παιδείας του λαού, δεν έλειψε ούτε από την Εκκλησία αλλά ούτε και από την Πολιτεία, μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους. Ο πρώτος κυβερνήτης της ελεύθερης πλέον Ελλάδας Ιωάννης Καποδίστριας ιδρύει το 1830 στον Πόρο ιερατική σχολή, η οποία όμως δεν βρίσκει την αναγκαία υποστήριξη για μακροημέρευση του τόσου ευγενούς σκοπού της, αφού μετά το θάνατο του διαλύεται από την Βαυαρική Αντιβασιλεία του νεαρού βασιλιά Όθωνα. Αλλά και το λαμπρό σχέδιο του Κωνσταντίνου Οικονόμου του εξ Οικονόμων για ίδρυση Ελληνικής Θεολογικής Ακαδημίας, κατά τα ρωσικά πρότυπα είχε εγκαταλειφτεί...
Ικανοί λόγιοι κληρικοί, εμφορούμενοι από την αγάπη τους προς την ταλαίπωρη και δοκιμαζόμενη πατρίδα και κατά την διάρκεια της Επανάστασης αλλά και μετά από αυτή, επέστρεψαν από την Ευρώπη για να εξακολουθήσουν τον αγώνα τους υπέρ των γραμμάτων. Ο Γρηγόριος Κωνσταντάς διορίσθηκε από τον Καποδίστρια πρόεδρος της εκπαιδευτικής Επιτροπείας και έφορος του εν Αιγίνη οικοτροφείου και ο Νεόφυτος Δούκας εγκαταστάθηκε το 1830 στην Αίγινα, διδάσκων αμισθί, κηρύττοντας τον θείο λόγο και μοιράζοντας δωρεάν τις εκδόσεις των Ελλήνων συγγραφέων.
Η κατάσταση όμως του κλήρου, επισκόπων και μη, ήταν τραγική από μορφωτική άποψη, ώστε να αναγκαστεί ο Αντιβασιλέας Μάουρερ, με μια δόση υπερβολής βέβαια, να πει, πως τα 99% των ιερέων δεν μπορούσαν ούτε την υπογραφή τους να βάλουν.
Με Βασιλικό Διάταγμα (Β.Δ.) ορίζεται το 1834 όπως, στο εν Αιγίνη γυμνάσιο σπουδάζουν 30 υπότροφοι κληρικοί, οι οποίοι θα εκλέγονταν από την Ιερά Σύνοδο. Δυστυχώς όμως τα αποτελέσματα της προσπάθειας αυτής ήταν πενιχρά με αποτέλεσμα όπως είπαμε να κλείσει το γυμνάσιο. Κατά τον χρόνο αυτό η Αντιβασιλεία σκέπτονταν την ίδρυση Πανεπιστημίου, στο οποίο να συμπεριλαμβάνεται και Θεολογική Σχολή. Έπρεπε να περάσουν τρία ακόμη έτη, για να ιδρυθεί το πρώτο εν Ελλάδι Πανεπιστήμιο.
Και πράγματι το 1837 ιδρύεται στην Αθήνα το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, στο οποίο μεταξύ των άλλων σχολών περιλάμβανε και Θεολογική Σχολή με πρώτους καθηγητές σ’ αυτή, τον Μισαήλ Αποστολίδη και τον Θεόκλητο Φαρμακίδη. Και ενώ φαινόταν, πως με την ίδρυση της Θεολογικής Σχολής ένας καινούργιος άνεμος πλέον, πνέει στα Εκλησιαστικά πράγματα, αφού οι απόφοιτοι της σχολής θα επάνδρωναν τα ελληνικά σχολεία μεταδίδοντας στους μαθητές όχι μόνο τον θείο λόγο αλλά και την ορθή πίστη, δυστυχώς τα αποτελέσματα της σχολής ήταν φτωχότατα. Διότι, ούτε καθηγητές ικανοί υπήρξαν να την επανδρώσουν και να διδάξουν αλλά ούτε και καμιά ιδιαίτερη προσέλευση νέων φοιτητών υπήρξε. Όλα αυτά είχαν ως αποτέλεσμα, να δημιουργήσουν πρόσφορο έδαφος για τους ξένους ιεραπόστολους των άλλων δογμάτων και ιδιαίτερα των προτεσταντικών που είχαν άλλωστε αυξηθεί με την έλευση της Αντιβασιλείας στην Ελλάδα, από τους οποίους μάλιστα, κάποιοι από αυτούς διορίζονταν επίσημα από το κράτος στα ελληνικά σχολεία, αφού υπήρχε έλλειψη Ορθοδόξων θεολόγων.
Το 1838 η Ιερά Σύνοδος ζήτησε να ιδρυθεί Ιερατική Σχολή στην Αίγινα, από τα έσοδα που είχαν προκύψει από τις διαλυθείσες μονές που ως γνωστόν είχε προχωρήσει η Αντιβασιλεία, προς μόρφωση του κλήρου. Η Κυβέρνηση όμως αρνήθηκε και αντ’ αυτής ίδρυσε στην Αθήνα σχολή εκκλησιαστικής μουσικής, η οποία όμως επέζησε λίγα μόνο έτη.   
Το ίδιο έτος όμως, κατορθώνει η Σύνοδος να εκδοθεί Β.Δ., με το οποίο εισάγεται για πρώτη φορά ο θεσμός των ιεροκηρύκων, ένας θεσμός που ανδρώθηκε με το πέρασμα των χρόνων και έχει προσφέρει τα μέγιστα όχι μόνο στην Εκκλησία της Ελλάδας αλλά ιδιαίτερα στο Χριστεπώνυμο ποίμνιο αυτής.
Το 1841 ιδρύεται το Ίδρυμα της Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής (Ριζάρειο Ίδρυμα) από τους Αδελφούς Μάνθο και Γεώργιο Ριζάρη. Οι ιδρυτές του κατάγονταν από το Μονοδένδρι Ηπείρου, ξενιτεύτηκαν από τα παιδικά τους χρόνια στη Ρωσία, όπου δημιούργησαν κολοσσιαία περιουσία από εμπορικές επιχειρήσεις, την οποία διέθεσαν εξ ολοκλήρου στο ελληνικό έθνος, μετά την ίδρυση του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους. Το 1837 ο Γεώργιος Ριζάρης ήρθε στην Αθήνα και συνέταξε τη διαθήκη του, βάσει της οποίας πραγματοποιήθηκαν τα σχέδια των δύο αδελφών για την ίδρυση της ομώνυμης Εκκλησιαστικής Σχολής, η οποία στην εποχή της, μαζί με το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο, τη Σχολή Ευελπίδων και το Αρσάκειο, αποτελούσαν τα μεγαλύτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα της χώρας μας. Η ίδρυσής της είχε σκοπό τη μόρφωση του κλήρου της Ελλάδας και προς αυτό εργάστηκε και ο πρώτος διευθυντής του ιδρύματος Μισαήλ Αποστολίδης ο οποίος ήταν και ένας από τους εκτελεστές της διαθήκης Ριζάρη. Δυστυχώς όμως τα αποτελέσματα και της σχολής αυτής δεν ήταν τα αναμενόμενα, επειδή οι υπότροφοι όταν αποφοιτούσαν λόγω του νεαρού της ηλικίας τους δεν μπορούσαν να εισέλθουν στις τάξεις του κλήρου, γι’ αυτό και άλλοι από αυτούς στρέφονταν σε άλλες σχολές και άλλοι σε διάφορες ασχολίες για να μπορέσουν να επιβιώσουν. Ανάλογη τύχη είχαν και οι ιερατικές σχολές και τα ιεροδιδασκαλεία που ιδρύθηκαν αργότερα. Αυτό βέβαια οφείλονταν και στο γεγονός, πως η Εκκλησία δεν μπορούσε να πάρει καμιά πρωτοβουλία, επειδή από του νόμου δεν είχε το δικαίωμα ούτε για τον δικό της κλήρο να φροντίσει, η δε Πολιτεία δεν έδινε και μεγάλη σημασία στο ζήτημα αυτό και παρόλο που πολλές φορές αναφύονταν στην Εκκλησία διάφορες ανωμαλίες λόγω έλλειψης μόρφωσης του κλήρου δεν αποφάσιζε να σκεφτεί κάτι για την εξύψωση της μόρφωσης του.
Παρ’ όλες τις δυσμενείς αυτές συνθήκες η θεολογική επιστήμη, άρχισε δειλά – δειλά και όταν οι συνθήκες το επέτρεπαν να καλλιεργεί τα θεολογικά γράμματα. Όσοι είχαν κάποια οικονομική άνεση μετέβαιναν στην Ευρώπη για ευρύτερες σπουδές στην θεολογία, από την οποία όμως επέστρεφαν επηρεασμένοι από τη δυτική θεολογία είτε Καθολική είτε Προτεσταντική ήταν αυτή, αφού όπως ήταν φυσικό υπήρχε έλλειψη Ορθόδοξων θεολογικών βάσεων. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, να εμφανίζουν πολλές Δυτικές θεολογικές θέσεις και απόψεις ως γνήσιες Ορθόδοξες, αφού η καρδιά τους, ήταν Ορθόδοξη αλλά ο νους τους ξένος πλέον προς την Ορθοδοξία. Λόγου χάρη η Δυτική άποψη την οποία εισήγαγε ο μεγάλος θεολόγος της Δύσης Ανσέλμος, πως η σταύρωση του Χριστού πραγματοποιήθηκε για να ικανοποιηθεί η Θεία Δικαιοσύνη, παρουσιάζονταν από τους επιστρέψαντες εκ της Δύσης θεολόγους ως γνήσια Ορθόδοξη, κάτι βέβαια που είναι παντελώς αναληθές. Όμως δεν ήταν όλα αρνητικά. Γιατί η επαφή τους με τους ξένους θεολόγους και η χρήση της μεθόδου αυτών στην έρευνα της Γραφής και της Θεολογίας καθώς επίσης και η γνωριμία τους με σπουδαίους θεολόγους και φιλοσόφους της Δύσης κατέστησε πολλούς ικανούς ερευνητές, οι οποίοι πρόσφεραν πολλά στην πρόοδο της θεολογικής επιστήμης και των θεολογικών γραμμάτων.
Το 1842 συγκροτείται εκκλησιαστική Επιτροπή για να φροντίσει να διανέμεται δωρεάν στο λαό από τους ιερείς, η έκδοση της Παλαιάς Διαθήκης η οποία είχε προταθεί από τον αγγλικανό G.Tomlison  και βασίζονταν όχι στο Εβραϊκό πρωτότυπο αλλά στην μετάφραση των Εβδομήκοντα (Ο΄).
Κατά την περίοδο αυτή εμφανίζονται δύο εξέχουσες θεολογικές φυσιογνωμίες, οι οποίες, έμειναν γνωστές στην Ιστορία για την κόντρα που είχαν μεταξύ τους για την ανακήρυξη ή μη του Αυτοκεφάλου της Ελλαδικής Εκκλησίας από το Πατριαρχείο Κων/λης. Αυτοί δεν είναι άλλοι, από τον πρωτοπρεσβύτερο Κωνσταντίνο Οικονόμου του εξ Οικονόμων και τον ιερομόναχο Θεόκλητο Φαρμακίδη.
Ο Κωνσταντίνος Οικονόμος ο εξ Οικονόμων, «το αγλάισμα της Ορθοδόξου Εκκλησίας» όπως αποκαλέστηκε, υπήρξε μια πολυσχιδής και άκρως αγωνιστική φυσιογνωμία για τα ιερά και όσια του Γένους. Δεινός ρήτορας, συνετέλεσε ιδιαίτερα δια των ιστορικών του έργων στην συλλογή όλων των σχετικών προς την Ιστορία της ιδρύσεως του Αυτοκεφάλου της Ελλαδικής Εκκλησίας. Απεβίωσε την 9η Μαρτίου 1857 και τάφηκε στη μονή Πετράκη, όπου σώζεται μέχρι σήμερα ο τάφος του.
Ο Θεόκλητος Φαρμακίδης ήταν εξέχουσα φυσιογνωμία και από άποψη
μόρφωσης αλλά και εθνικής δράσης. Ο αγώνας του μετά του Οικονόμου υπήρξε περισσότερο πολιτικός παρά εκκλησιαστικός, γιατί και οι δύο οδηγούνταν στο ίδιο συμπέρασμα. Έγραψε πολλά έργα κυρίως ερμηνευτικά, τα οποία πολλά από αυτά έμειναν ανέκδοτα. Παρότι αγωνίστηκε για το Αυτοκέφαλο της Ελλαδικής Εκκλησίας όταν έμαθε πως την 3η Απριλίου 1860 κατά τη νύκτα του Πάσχα στο Φανάρι, οι Βούλγαροι επίσκοποι και ιερείς δεν μνημόνευσαν το όνομα του Πατριάρχη, έσπευσε να ζητήσει πληροφορίες από το Υπουργείο για το γεγονός αυτό. Μετά από λίγες μέρες ασθένησε και πέθανε στις 21 Απριλίου 1860. 
Δυστυχώς η μεταξύ των δύο αυτών ανδρών κόντρα για τον τρόπο διοίκησης της Εκκλησίας ζημίωσε το Έθνος και την Εκκλησία. Εάν είχαν εγκαταλείψει τις έριδες και εργάζονταν για την ανόρθωση της Εκκλησίας, την μόρφωση του κλήρου, την ηθική ανάπλαση της ελληνικής κοινωνίας και την ανάπτυξη των θεολογικών γραμμάτων θα προσέφεραν στον τόπο ανεκτίμητες υπηρεσίες εθνικές και εκκλησιαστικές.
Εκτός από τους δύο μεγάλους αυτούς άνδρες παρουσιάζονται την περίοδο αυτή και άλλες ικανές φυσιογνωμίες, οι οποίες όμως, αντί να ωφελήσουν την εκκλησία μάλλον την έβλαψαν, επειδή επιδόθηκαν σε ακρότητες και κάποιοι από αυτούς παρέκλιναν από την ορθόδοξο γραμμή. Κύριο χαρακτηριστικό των περισσοτέρων από αυτούς ήταν, ο υφέρπων Προτεσταντισμός που χαρακτήριζε τις σκέψεις και τις πράξεις τους, βάσει των οποίων επιθυμούσαν να «αναμορφώσουν» την Ορθόδοξο Ελλαδική Εκκλησία, η οποία κατ’ αυτούς είχε ξεφύγει από τον Ορθόδοξο δρόμο! Κάποιοι μάλιστα από αυτούς κατάντησαν και γραφικοί γιατί εκτός από τον μεσσιανικό χαρακτήρα που χαρακτήριζε το έργο τους πίστευαν για τον εαυτό τους πως έχουν επιλεγεί από το Θεό και την Παναγία για το έργο αυτό!
Από αυτούς ο Απόστολος Μακράκης, υπήρξε σίγουρα μια ξεχωριστή μορφή στην εποχή του. Γεννήθηκε στη Σίφνο και σπούδασε στη Μεγάλη του Γένους Σχολή. Ήταν γνώστης της διδασκαλίας των Πατέρων της Εκκλησίας των αρχαίων φιλοσόφων και της δυτικής σκέψης. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα το 1866 και άρχισε ένα πολύπλευρο πράγματι έργο, για την ανύψωση της μόρφωσης του κλήρου την καταπολέμηση της σιμωνίας, αλλά και την ηθική ανύψωση των πιστών, επειδή είχε παρατηρηθεί τα δύσκολα αυτά χρόνια, μεγάλη χαλαρότητα των ηθών του λαού. Για το σκοπό αυτό ίδρυσε συλλόγους και εξέδωσε περιοδικά τα οποία πίστευε θα τον βοηθούσαν στο έργο του. Στις ονομασίες αυτών των συλλόγων και των περιοδικών όπως λόγου χάρη «Λόγος», «Δικαιοσύνη», «Ειρήνη» βρίσκουμε και την ιδιομορφία του Μακράκη, ο οποίος νόμιζε ότι κατά καιρούς τον ξεχώριζε ο Θεός και τον έστελνε ως άλλο προφήτη να εκπληρώσει ορισμένη αποστολή. Ο σύλλογος «Ιωάννης ο βαπτιστής» αντικατόπτριζε αυτόν, ως κηρύσσοντα μετάνοια και προπαρασκευή του λαού. Ο σύλλογος «Μέγας Κωνσταντίνος» αντιπροσώπευε αυτόν ως οραματιστή, για την απελευθέρωση της Κων/λης, ο δε σύλλογος «Πλάτων», ως εκπρόσωπο της σοφίας. Είναι δύσκολο να αποδείξει κάποιος αν ο Μακράκης ήταν πράγματι «τριχοτομιστής», δεχόμενος δηλαδή τον άνθρωπο ως αποτελούμενο από σώμα, πνεύμα και ψυχή. Γιατί αν με την έννοια «πνεύμα» εννοούσε την θεία χάρη, η οποία έρχεται στον άνθρωπο και μετά απέρχεται με τον θάνατο, τότε εξέφραζε όχι τριχοτομιστικές γνώμες, αλλά γνώμες των απολογητών της Εκκλησίας. Για την ανθρώπινη σοφία, είχε την χειρότερη γνώμη και μιλούσε περιφρονητικά γι’ αυτή, συνήθιζε δε να αποκαλεί το Πανεπιστήμιο Αθηνών «Πανσκοτιστήριο», εις τα προπύλαια του οποίου, πολλές φορές κήρυττε χάριν επιδείξεως. Κήρυττε συνήθως τα βράδια προσελκύοντας μεγάλα πλήθη με την έκτακτη ρητορική του δεινότητα και την πρωτοτυπία των ιδεών του. Αν και αφορίσθηκε δύο φορές από την Εκκλησία, πρέπει να του αναγνωρισθεί πως ο πολύπλευρος αγώνας του, παρά τα ελαττώματά του, συγκράτησε πολλά κακά της Εκκλησίας όπως την σιμωνία, τα σαρκικά αμαρτήματα κ.λ.π. Στο τέλος του βίου του φάνηκε όλη του η κομπλεξική του κατάσταση, διότι πολιτεύτηκε και πίστεψε πως ήταν τέκνο της Παναγίας, το οποίο είχε προοριστεί από τους ουρανούς να μεταβάλει τη μορφή της Εκκλησίας. Πέθανε το 1905 και τάφηκε ορθόδοξα. Πολλοί από τους μαθητές του αναδείχθηκαν σε θεολογικές και εκκλησιαστικές προσωπικότητες, όπως λόγου χάρη ο Ευσέβιος Ματθόπουλος ο οποίος ίδρυσε αργότερα την Οργάνωση «Ζωή» και ο θείος του Ευσέβιου, Ιερόθεος Μητρόπουλος, μετέπειτα μητροπολίτης Πατρών. Παρά την μεγάλη προσφορά του Απόστολου Μακράκη ιδιαίτερα στην ηθική ανόρθωση των πιστών, δεν πρέπει να παραβλέψουμε τον κίνδυνο προτεσταντοποίησης της Εκκλησίας από το κήρυγμά του, κάτι που διέβλεψε πρώτος ο μεγάλος Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Στα διηγήματά του «Ο Διδάχος», «Η μακρικιστίνα», «Ο αειπλάνητος» και στο άρθρο του «Το μακράκειον επεισόδιον εν Σκιάθω» κατήγγειλε απερίφραστα τον πρώτο εξωεκκλησιαστικό μόρφωμα στην Ελλάδα, τη «Σχολή του Λόγου» του Μακράκη, τον προτεσταντικό χαρακτήρα των εκεί λαϊκών συγκεντρώσεων, κηρυγμάτων και προσευχών. Ζωγράφισε με την απαράμιλλη πένα του τον τύπο του θρησκευτικού ανθρώπου που διαμόρφωνε αυτή η σωματειακή ευσέβεια, την ηθικιστική μονομέρεια, υποκρισία και έπαρση που καλλιεργούσαν στις μέρες του «τα τόσα νεοπλάσματα των ποικιλώνυμων συλλόγων … Αναστάσεις, Αναμορφώσεις, Αναγεννήσεις, Αναζυμώσεις και Αναπλάσεις, οι επαγγελόμενες την διόρθωση – επειδή μεταξύ όλων των επαγγελμάτων εις όλον το Γένος, περνά εξόχως το επάγγελμα της θρησκείας».
Την εποχή που φτάνει στην Ελλάδα για να την κυβερνήσει ο Βαυαρός βασιλιάς Όθωνας, ιδρύεται η «Φιλορθόδοξη Εταιρία», η οποία έθεσε ως σκοπό της την ορθόδοξο βάπτιση και την προσκόλληση στη Ρώσικη πολιτική. Ανάμεσα σ’ αυτούς που την επάνδρωσαν ήταν και ο μοναχός Κοσμάς Φλαμιάτος και ο μοναχός Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος, ο οποίος έμεινε γνωστός στην Ιστορία με την επωνυμία «Παπουλάκος».
Ο Κοσμάς Φλαμιάτος γεννήθηκε στα Πουλάτα της Σάμης Κεφαλληνίας, από
πατέρα ιερέα και δάσκαλο. Έγινε και ο ίδιος δάσκαλος στα χωριά της Κεφαλληνίας. Είχε τη φήμη λόγιου ανθρώπου και κοσμοκαλόγερου ασκητή. Αντιστάθηκε στο αγγλικό καθεστώς της Επτανήσου κυρίως στον μεθοδικό εκπροτεσταντισμό του πληθυσμού. Οι Άγγλοι για να τον προσεταιριστούν του πρόσφεραν θέση καθηγητού στην Ιόνια Ακαδημία, αλλά αρνήθηκε και το 1837 μεταβαίνει στη Πάτρα όπου αναπτύσσει έντονη κηρυκτική και συγγραφική δραστηριότητα ασκώντας έντονη κριτική στις ενέργειες του βαυαρικού καθεστώτος ιδιαίτερα στον εκκλησιαστικό τομέα. Βλέπει την ρίζα όλων των κακών στην αγγλική πολιτική και τον μασονισμό, θεωρεί δε τους Άγγλους πιο επιζήμιους από τους Τούρκους κάτι που μάλλον ανταποκρίνονταν σ’ ένα ευρύτερο λαϊκό αίσθημα. Ο λόγος του είναι ένα μίγμα ορθόδοξης μοναστικής πνευματικότητας με κάποια αφελή πολιτική ιδεοληψία που όμως δεν χάνει την οξυδέρκειά του, ιδιαίτερα στο σχεδιασμό της αγγλικής πολιτικής. Επιμένει με πολλή καθαρότητα στην προτεραιότητα της εκκλησιαστικής άσκησης, της λειτουργικής εμπειρίας, της ορθής πνευματικής καθοδήγησης. Αλλά ταυτόχρονα βλέπει παντού οργανωμένες συνομωσίες για την εξάλειψη της Ορθοδοξίας που όλες ξεκινούν από την Αγγλία. Το 1852, με αφορμή του κινήματος του «Παπουλάκου» συλλαμβάνεται στην Πάτρα μαζί με 150 άλλους κυρίως μοναχούς και φυλακίζεται στο Ρίο, όπου ύστερα από κάποιο διάστημα πεθαίνει. Λίγες μέρες πριν το θάνατό του, είχε προλάβει και είχε καρεί μέσα στη φυλακή μοναχός. Σύμφωνα με τον Γ. Μεταλληνό στο βιβλίο του «Κοσμάς Φλαμιάτος» σελίδα 298, βάσιμες πληροφορίες απέδωσαν τον θάνατό του στις κρατικές αρχές, που τον δηλητηρίασαν.
Ο Χριστόφορος Παναγιωτόπουλος ή «Παπουλάκος» γεννήθηκε στο χωριό Άρμπουνα της επαρχίας Καλαβρύτων και αρχικά υπήρξε κρεοπώλης. Ήταν τελείως αγράμματος όταν πήρε την απόφαση να ακολουθήσει τον μοναχικό βίο. Αρχικά μόνασε στην Μονή του Μεγάλου Σπηλαίου ενώ αργότερα ασκήτεψε σε καλύβι κοντά στο χωριό του. Έμεινε στην απομόνωση για περίπου 20 χρόνια κατά τη διάρκεια των οποίων έμαθε γραφή και ανάγνωση. Σε ηλικία 80 ετών πήρε την απόφαση να κηρύξει. Θέλοντας να μιμηθεί τον Κοσμά τον Αιτωλό από τον οποίο όμως έλειπε παντελώς ο φανατισμός, κάτι που δυστυχώς δεν διέκρινε τον Παπουλάκο, περιόδευε στην Πελοπόννησο κηρύσσοντας ηθική και θρησκευτική ανόρθωση. Η φήμη του διαδόθηκε γρήγορα, αφού είχε τον δικό του τρόπο να συνεπαίρνει το κοινό του. Κυρίως κήρυττε εναντίον της μοιχείας, της κλοπής και ιδιαίτερα τη ζωοκλοπής που μάστιζε την Δυτική Πελοπόννησο και ήταν υπέρ της προσευχής. Τα κηρύγματα του προκαλούν τέτοια μεταστροφή του ακροατηρίου, που οι ίδιες οι πολιτικές αρχές αναγκάζονται να ομολογήσουν  ότι αυτό που δεν κατόρθωσαν οι νόμοι και τα καταδιωκτικά σώματα το πέτυχε ένας «ιδιώτης καλόγερος». Μέσα όμως από τα κηρύγματα του, εκτός από τα παραπάνω, καυτηρίαζε την πολιτική της Βαυαρικής διακυβέρνησης και την συγκατάβαση σε αυτήν της Συνόδου της Εκκλησίας. Κατήγγειλε τον υπαλληλοποιημένο κλήρο, την κρατική εκπαίδευση, τα Πανεπιστήμια τα οποία αποκαλούσε «διαβολοεπιστήμια». Ανήκοντας στην «Φιλορθόδοξη Εταιρία» η οποία ήταν αντίθετη στον Όθωνα που ήταν Καθολικός, συνδύαζε την ανόρθωση αυτή με την έξωση του Όθωνα. Παρακινούσε μάλιστα τους ιερείς να μην μνημονεύουν στη λατρεία τα ονόματα του Όθωνα και της Αμαλίας, γιατί «ήταν αλλόθρησκοι και φράγκοι». Καταληφθείς μάλιστα από παράλογο μανία συγκέντρωσε από τον όχλο ένα υποτυπώδη στρατό και εξεστράτευσε εναντίον της Καλαμάτας. Συλληφθείς όμως από τον στρατηγό Γενναίο Κολοκοτρώνη, κατόπιν προδοσίας από κάποιο ιερέα Βασίλαρο που έλαβε ως αμοιβή το ποσό των 6000 δραχμών και ο οποίος προσποιήθηκε τον φίλο του και οπαδό του, κλείστηκε στις φυλακές της Άνδρου όπου και πέθανε το 1861.
Ιδιόμορφο φυσιογνωμία αποτελεί και ο Θεόφιλος Καΐρης ο οποίος κατάγονταν
από την Άνδρο. Χειροτονήθηκε σε ηλικία 17 ετών και αποτέλεσε ένα από τα ισχυρότερα στελέχη της «Φιλορθόδοξης Εταιρίας». Παρά τα προβλήματα που δημιούργησε αργότερα στην Εκκλησία πρόσφερε πολλά στην επαναστατημένη Πατρίδα μας. Σπούδασε στην Ιταλία και Γαλλία, όπου επηρεάστηκε από τον υπό ανάπτυξη τότε Θεοφιλανθρωπισμό, ο οποίος ήταν ένα δημιούργημα της Γαλλικής Επανάστασης και πιο συγκεκριμένα του Γάλλου Λαρεβεγιέρ-Λεπώ και των ορθολογιστικών τάσεων. Μετά την Επανάσταση ίδρυσε στην Άνδρο ορφανοτροφείο, το οποίο σε πολύ λίγο χρονικό διάστημα εξελίχθηκε σε ανώτερη σχολή, την οποία τιμούσε και αυτός ακόμη ο Αδαμάντιος Κοραής. Εκεί ίδρυσε και μια νέα θρησκεία, την οποία ονόμασε «Θεοσέβεια». Εισήγαγε στην θρησκευτική του κίνηση αυτή, νέες τελετές και νέες ευχές. Άλλαξε και το ημερολόγιο και έθεσε ως πρώτο έτος έναρξης αυτού το 1891, έτος κατά το οποίο είχε μεταβεί ο ίδιος στη Δύση όπου είχε δει – πάντα κατ’ αυτόν – το φως της γνώσης και της αλήθειας. Δεν έλειπαν και από αυτόν οι μεσσιανικές φαντασιώσεις με τις οποίες πίστευε πως θα ανορθώσει τον άνθρωπο και την κοινωνία. Εισήγαγε και νέο σύμβολο της πίστης και νέο ιερατείο, του οποίου τα μέλη ονόμασε θεαγούς, δηλαδή αυτοί που οδηγούν στο Θεό. Κατήργησε σχεδόν όλα τα δόγματα της Εκκλησίας και δέχονταν την μοναδικότητα και ενότητα του Θεού. Διώχτηκε και φυλακίστηκε, με αποτέλεσμα να πεθάνει τελικά στις φυλακές της Σκιάθου στις 13 Ιανουαρίου 1853. Ο Θεόφιλος Καΐρης υπήρξε ομολογουμένως μια μεγάλη προσωπικότητα, έντιμη, μορφωμένη, με εθνικό παλμό. Ελοξοδρόμησε όμως από την αληθινή πίστη και αντί για καλό πρόσφερε ταραχή στην Εκκλησία.                

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ - ΠΗΓΕΣ
1. Αθανάσιος Γερομιχαλός: «Εκκλησιαστική Ιστορία της Ελλάδος» Τόμος Α΄
2. Χρήστος Γιανναράς: Ορθοδοξία και Δύση στη Νεώτερη Ελλάδα
3. http://www.rizarios.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...