ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ,
ΤΑ ΥΒΡΙΣΤΙΚ
Α
ΟΠ
ΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΣΧΕΤΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΣΧΟΛΙΑ ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ. ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 19 - 12 - 2012 ΑΝΑΡΤΟΥΣΑΜΕ ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ. ΑΠΟ ΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ.

Τελευταία Νέα του "Αντιαιρετικός"

Ευχαριστούμε όλες και όλους εσάς που αναδείξατε τον "Αντιαιρετικό" σε πεδίο ελεύθερης έκφρασης και διαλόγου. Ήδη τα σχόλια ξεπέρασαν τις 18.000!!!...ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 19 - 12 - 2012 ΑΝΑΡΤΟΥΣΑΜΕ ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ. ΑΠΟ ΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ.

12 Μαρ 2017

Ο ΜΟΝΟΘΕΪΣΜΟΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΑ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥ ΞΕΝΟΦΑΝΗ




Ο Ξενοφάνης, αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος, υπήρξε ιδρυτής της λεγόμενης Ελεατικής σχολής. Γεννήθηκε την τρίτη ή τέταρτη δεκαετηρίδα του 6ου αιώνα π.Χ. – πολύ πιθανόν μεταξύ του 580 με 577 π.Χ. – στην Κολοφώνα, ιωνική πόλη στη Λυδία της Μικράς Ασίας βόρεια της Εφέσου, η οποία χάρη στην ευφορία της περιοχής είχε αποκτήσει πλούτο και δύναμη. Αναγκάστηκε να εκπατριστεί και να εγκαταλείψει την ιδιαίτερη πατρίδα του το 546 π.Χ., όταν αυτή κατελήφθη από τους Πέρσες. Έκτοτε περιόδευσε για αρκετά έτη τις ελληνικές πόλεις ως ποιητής και ραψωδός, ώσπου τελικά εγκαταστάθηκε στην Ελέα, πόλη της Κάτω Ιταλίας την οποία είχαν ιδρύσει Φωκαείς φυγάδες άποικοι.
Στην πόλη αυτή απέθανε το 480 π.Χ., σε αρκετά μεγάλη ηλικία – είχε ήδη υπερβεί το ενενηκοστό έτος της ηλικίας του – όπως εξάγεται από κάποιο απόσπασμα έργου του, στο οποίο ομιλεί για κάποιο ταξίδι της νεότητάς του, το οποίο έκανε πριν από 67 έτη, όταν ήταν εικοσιπενταετής.
Τις φιλοσοφικές του απόψεις γνωρίζουμε εμείς σήμερα, από κάποια ελάχιστα «λείψανα» που έχουν διασωθεί, του διδακτικού του έπους «Περί φύσεως» και από τις μαρτυρίες του Αριστοτέλη, Θεόφραστου, Σιμπλίκιου κ.λ.π.
Ο Ξενοφάνης μεταφέροντας την φιλοσοφία από την Ανατολή στη Δύση, προσέδωσε σ’ αυτή καθαρά θρησκευτική χροιά, ελέγχοντας τους συγχρόνους του για την πίστη τους στους Έλληνες θεούς, καταγγέλλοντας την πολυθεΐα τους και τις κοσμολογικές προλήψεις τους καθώς επίσης και τις ηθικές αρχές της εθνικής μυθολογίας των Ελλήνων. Την ειρωνεία και την αγανάκτηση του Ξενοφάνη εξήγειρε όχι μόνο ο ανθρωπομορφισμός και το ανθρωποπαθές των Ελλήνων θεών, αλλά και η πληθώρα αυτών.
Διότι έλεγε, πως είναι δυνατόν να είναι κάποιος θεός και να ανέχεται να υπηρετεί και να υπακούει σε κάποιον άλλο θεό; Τότε δεν είναι θεός. Και εδώ έγκειται η μεγάλη προσφορά του Ξενοφάνη. Στο ότι πρώτος αυτός έδειξε πως αυτό που αποκαλούμε «θεοί», είναι δημιούργημα των ανθρώπων κατ’ εικόνα και ομοίωσή του και μάλιστα κακέκτυπη: «Οι θνητοί έχουν την εντύπωση ότι γεννιόνται οι θεοί και ότι έχουν ρούχο, λαλιά και σώμα, όπως είναι τα δικά τους». Βέβαια ως ένα σημείο ο Ξενοφάνης όλα τα παραπάνω, τα βρίσκει φυσιολογικά και τα δικαιολογεί για εκείνους τους ανθρώπους που έχουν έλλειψη κριτικής σκέψης όντας σε ζωώδη κατάσταση. Σημειώνει δε ευφυέστατα, πώς αν τα άλογα ζώα είχαν λογική, ώστε να μπορούν να φανταστούν και να ζωγραφίσουν τους δικούς τους θεούς, στο ίδιο αποτέλεσμα θα έφταναν ανά κατηγορία: «Αλλ’ αν είχαν χέρια τα βόδια και τα άλογα και τα λιοντάρια και μπορούσαν να ζωγραφίσουν με τα χέρια αυτά και να κάνουν έργα, όπως οι άνθρωποι, τότε τ’ άλογα με άλογα και τα βόδια με τα βόδια όμοιες θα ζωγράφιζαν τις μορφές των θεών και θα τους έκαναν τέτοια σώματα, όπως είναι τα δικά τους».
Κατά τον Ξενοφάνη, ο Όμηρος και ο Ησίοδος – οι εκφραστές της λαϊκής θρησκείας – προσέδωσαν στους θεούς όλα τα ελαττώματα και όλες τις κακίες και ανηθικότητες των ανθρώπων, αποφεύγοντας έτσι να τους εξιδανικεύσουν προς όφελος των ανθρώπων, αφού ως γνωστόν οι άνθρωποι μιμούνται τους θεούς. Έτσι παρέστησαν τους θεούς σαν να ήταν οι χειρότεροι των ανθρώπων. Η εικόνα δηλαδή των θεών ήταν η πιο εξαθλιωμένη μορφή των ανθρώπων: «Ο Όμηρος και ο Ησίοδος απέδωσαν στους θεούς όλα όσα ανάμεσα στους ανθρώπους αποτελούν ντροπή και είναι άξια ψόγου, δηλ. κλεψιές, μοιχείες και απάτες του ενός σε βάρος του άλλου». Βέβαια εδώ ο Ξενοφάνης δεν εννοεί ότι οι δύο αυτοί μεγάλοι ποιητές υποστηρίζουν πως οι θεοί κινούνται πέρα από το καλό και το κακό και έχουν το δικαίωμα να κάνουν ότι θέλουν σαν θεοί που είναι, αλλά πως οι αρχαίοι Έλληνες αρνούνταν την ηθική τελειότητα των θεών. Την καταγγελία αυτή του Ξενοφάνη για το πώς ο Όμηρος και ο Ησίοδος κακοπαριστάνουν τους Θεούς, θα ακολουθήσει αργότερα και ο μέγας Πλάτωνας στο έργο του «Πολιτεία».
Οι παραστάσεις για τους θεούς, ισχυρίζεται ο Ξενοφάνης, δεν είναι σύλληψη ενός μόνου ανθρώπου αλλά δημιούργημα ολόκληρης της κοινότητας ή της φυλής. Και δεν εννοεί την ηθική τους ποιότητα αλλά την εξωτερική και «σωματική» τους εμφάνιση. Αυτή δεν είναι ενιαία σε όλους τους ανθρώπους και όλες τις περιοχές της γης, αλλά οι κάτοικοι κάθε περιοχής δίνουν τα δικά τους ιδιαίτερα βιολογικά χαρακτηριστικά στους θεούς: «Οι Αιθίοπες παρουσιάζουν τους θεούς τους πλατσομύτηδες και μαύρους, ενώ οι Θράκες γαλανομάτηδες και ξανθούς».  
Κατ’ αυτόν ένας μόνος Θεός υπάρχει, ο οποίος δεν έχει ουδεμία σχέση ως προς την μορφή και το πνεύμα με τους θεούς του Ησίοδου και του Ομήρου, πολύ δε περισσότερο με τους ανθρώπους που είναι θνητοί. Ο θεός του Ξενοφάνη είναι όλος όραση, όλος ακοή, όλος νους, άρχει δε όλων χωρίς κόπο με τη δική του θέληση και διάνοια. Όντας λοιπόν αναλλοίωτος και ακίνητος δεν έχει ανάγκη να μεταναστεύει από τόπο σε τόπο για να εκτελέσει αυτό που επιθυμεί: «Ένας θεός, ανάμεσα σε θεούς και ανθρώπους, ανώτατος υπάρχει, που δεν είναι όμοιος ούτε στο σώμα ούτε στη σκέψη με τους θνητούς. Και πάντοτε στον ίδιο τόπο στέκει, χωρίς καθόλου να κινείται, κι ούτε αρμόζει να πηγαίνει πέρα – δώθε˙ αλλά χωρίς κόπο με το νου και τη θέλησή του όλα τα συνταράζει».
Εδώ πάντως βλέπουμε μια αντινομία του Ξενοφάνη. Γιατί ενώ είναι ενάντια στον ανθρωπομορφισμό των θεών, δεν αντιλαμβάνεται πως και ο ίδιος πέφτει στην ίδια παγίδα, παριστάνοντας τον δικό του θεό να έχει όλες τις ανθρώπινες αισθήσεις και να σκέφτεται. Στον Ξενοφάνη ελλείπει και η ανταπόδοση των πράξεων από τον θεό. Διότι παρόλο που τα βλέπει όλα και τα ακούει όλα, δεν τιμωρεί τους κακούς και δεν ανταμείβει τους καλούς. Τουλάχιστον κάτι τέτοιο δεν αναφέρεται από τον Ξενοφάνη. Ελλείπει επίσης από τον θεό του Ξενοφάνη και η έννοια της δημιουργίας του κόσμου. Δεν τον δημιουργεί ούτε ανακατεύεται στην πορεία της ιστορίας και της ζωής των ανθρώπων. Στέκεται έξω από τον κόσμο και περιορίζεται στο να «κραδαίνει», δηλαδή να ταρακουνά κάπου – κάπου τη γη. Έχει υποστηριχτεί από κάποιους ερευνητές πως στην παραπάνω διατύπωση, προχώρησε ο Ξενοφάνης, λόγω του τόπου που ζούσε, αφού συμβαίνουν τακτικά ηφαιστειακά και σεισμικά φαινόμενα στην Κάτω Ιταλία και Σικελία. Παρόλα αυτά όμως, δεν αποδίδει στον θεό παντοδυναμία αλλά κατοχή μεγάλης δύναμης. Η ακινησία επίσης που δίδει στο θεό έρχεται σε αντίθεση με τις λαϊκές και ποιητικές παραστάσεις που ήθελαν τους θεούς να κινούνται και να δρουν. Ο θεός του Ξενοφάνη συνταράσσει τον κόσμο απλά με τη θέλησή του και όχι κάνοντας κάποια κίνηση.
Είναι λοιπόν προφανές πως ο Ξενοφάνης συνδέει με κάποιο τρόπο την έννοια της τελειότητας με τον θεό. Δεν μπορεί να έχει ανθρώπινη μορφή και ανθρώπινα χαρακτηριστικά, σωματικά, ηθικά διανοητικά. Έχει σώμα και σκέψη, αλλά αυτά δεν μοιάζουν με τα αντίστοιχα των θνητών. Τώρα γιατί ο Ξενοφάνης ξεχωρίζοντας από τους υπόλοιπους της εποχής του, δέχτηκε μόνο ένα θεό και όχι περισσότερους είναι απορίας άξιο. Πιθανόν να έφθασε σ’ αυτό το συμπέρασμα σκεπτόμενος πως το τέλειο για να είναι τέλειο δεν μπορεί να είναι πολλά αλλά ΕΝΑ.   
Ο μονοθεϊσμός του Ξενοφάνη είναι πράγματι μοναδικός για την εποχή του. Δεν συναντιέται ούτε στις μετέπειτα εποχές. Ακόμα και ο Σωκράτης, ο Πλάτωνας και οι άλλοι μεγάλοι φιλόσοφοι δεν έφτασαν στην ιδέα του μονοθεϊσμού ή τουλάχιστον δεν τόλμησαν να τον υποστηρίξουν. Μονοθεϊσμό συναντάμε αργότερα στους Κυνικούς φιλοσόφους που όμως απέρριπταν την πολυθεΐα από αντίδραση προς την κρατική θρησκεία. Στην κλασσική Αθήνα άρνηση των θεών της πόλης και διδασκαλία για ένα και μοναδικό θεό συνιστούσε αθεΐα και έγκλημα κατά της πολιτείας, γι’ αυτό άλλωστε στήθηκαν και οι περίφημες δίκες περί αθεΐας, σε μία από τις οποίες ήπιε το κώνειο ο Σωκράτης. Πιθανόν η διδασκαλία του Ξενοφάνη για ένα θεό, δεν έγινε αιτία να διωχθεί, αφού ζούσε στις πόλεις των αποικιών που από ότι φαίνεται ήταν πιο ανεκτικές σ’ αυτό το ζήτημα.
Εκτός Ελλάδας μονοθεϊσμό συναντάμε – εκτός των Ιουδαίων – στην απόπειρα του Αιγύπτιου Φαραώ Αμενόφι του Δ΄γνωστού ως Ακενατόν (1351 – 1334 π.Χ.) να εισαγάγει στην Αίγυπτο την λατρεία του θεού - ήλιου Ατόν (= φωτεινός δίσκος), όχι ως ουράνιο σώμα αλλά ως Μονάδα που δίνει ζωή στα πάντα, κάτι που δυστυχώς απέτυχε αφού συνάντησε την αντίδραση του ισχυρού ιερατείου του θεού Άμμωνα.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Σωκράτης Γκίκας, «Αρχαίοι Έλληνες Στοχαστές», Εκδόσεις Σαββάλας, 1996
Εγκυκλοπαίδεια Ελευθερουδάκη, τόμος 9, λήμμα «Ξενοφάνης»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...