ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ,
ΤΑ ΥΒΡΙΣΤΙΚ
Α
ΟΠ
ΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΣΧΕΤΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΣΧΟΛΙΑ ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ. ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 19 - 12 - 2012 ΑΝΑΡΤΟΥΣΑΜΕ ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ. ΑΠΟ ΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ.

Τελευταία Νέα του "Αντιαιρετικός"

Διαβάστε το καινούργιο άρθρο μας «ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΑ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΟ ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΚΑΤΕΧΕΙ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ;»…...Ευχαριστούμε όλες και όλους εσάς που αναδείξατε τον "Αντιαιρετικό" σε πεδίο ελεύθερης έκφρασης και διαλόγου. Ήδη τα σχόλια ξεπέρασαν τις 18.000!!!...ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 19 - 12 - 2012 ΑΝΑΡΤΟΥΣΑΜΕ ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ. ΑΠΟ ΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ.

26 Μαρ 2017

ΜΟΝΑΡΧΙΑΝΙΣΜΟΣ: ΜΙΑ ΑΡΧΑΙΑ ΚΑΙ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΗ ΑΙΡΕΣΗ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΣΜΟΥ




Το αυθυπόστατο του Λόγου (Χριστού) αρνείται η αρχαία αίρεση του Μοναρχιανισμού

Ο Μοναρχιανισμός είναι μια αίρεση που αναπτύχτηκε από το δεύτερο μισό του Β΄ αιώνα μ.Χ., και αρνείται το αυθυπόστατο της θεότητας του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδας, του Λόγου (Χριστού). Διότι ως κοσμολογική αρχή και αιτία εκλαμβανόμενος ο Λόγος, έδινε την εντύπωση πως κινδύνευε να στερηθεί το αυθυπόστατο του ή πως το αυθυπόστατο αυτού περιέρχονταν σε κατάσταση αβεβαιότητας. Φαίνονταν σαν αυθυπόστατος και ταυτόχρονα δημιουργούνταν η εντύπωση πως δεν είναι. Έμπαινε δηλαδή το ερώτημα, αν ο Λόγος, ήταν αυθυπόστατος δεν θα είχαμε σ’ αυτή την περίπτωση διθεΐα; Όμως ο Χριστιανισμός δεν πρεσβεύει τον μονοθεϊσμό;
Γι’ αυτό λοιπόν τον λόγο αμφισβητήθηκε από τους Μοναρχιανούς το αυθυπόστατο του Λόγου. Σύμφωνα με αυτούς υπάρχει μόνο μία Θεία Οντότητα, άρα Μοναρχία. Επ’ αυτού να πούμε πως τον όρο Μοναρχία τον χρησιμοποίησε πρώτος ο Τερτυλλιανός, που ήταν μάλιστα και πολέμιός τους. Στο ερώτημα τώρα προς τους Μοναρχιανούς, τι τελικά είναι ο Λόγος, έχουμε δύο διαφορετικές απαντήσεις από αυτούς. Άλλοι έλεγαν πως ο Λόγος, είναι τρόπος αποκάλυψης του Θεού – Πατέρα. Αυτοί αποκαλούνται τροπικοί Μοναρχιανοί (MODALISMUS). Κύριοι εκπρόσωποί τους ήταν ο Νοητός, Πραξέας και Σαβέλλιος. Άλλοι έλεγαν πως ο Λόγος, είναι κάποια δύναμη του Θεού – Πατέρα. Γι’ αυτό και καλούνταν δυναμικοί Μοναρχιανοί, με εξέχοντες διδασκάλους, τούς Θεόδοτο σκυτέα από το Βυζάντιο, τον μαθητή αυτού με το ίδιο όνομα Θεόδοτο τον τραπεζίτη και τον πιο εξέχοντα από όλους τον Παύλο τον Σαμοσατέα που έδρασε περίπου το 260 μ.Χ.
Πάντως μια πρώτη εναντίωση κατά του προσώπου του Λόγου, με τον οποίο ταυτίζεται στο Ευαγγέλιο του Ιωάννη ο Ιησούς Χριστός, είχε αναφανεί στην Φρυγία το 124 μ.Χ. περίπου, όπως μας πληροφορεί ο Επιφάνιος (Κατά αιρέσεων, 31 ή 51, MIGNE ΕΠ 41, 888 εξ), οι οποίοι απέρριπταν κάθε ιδέα περί του Λόγου, γι’ αυτό και αποκαλούνταν “άλογοι”: «τον Λόγον του Θεού αποβάλλονται, τον δια Ιωάννου κηρυχθέντα, πατρικόν Θεόν Λόγον, απ’ ουρανού κατεληλυθότα, και σωτηρίαν ημίν εργασάμενον». Οι “άλογοι” αν και τιμούσαν ιδιαίτερα τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή, απέρριπταν όμως το Ευαγγέλιο του, το οποίο μάλιστα όλος περιέργως απέδιδαν στον Γνωστικό αιρεσιάρχη Κήρινθο. Παρόμοια απέρριπταν μαζί με το Ευαγγέλιο και την Αποκάλυψη του Ιωάννη, γιατί πίστευαν – σύμφωνα με τον Επιφάνιο – πως από τα έργα αυτά είχε προέλθει ο Μοντανισμός. Τι περισσότερο πρέσβευε αυτή η αίρεση, δεν είναι δυνατόν να ειπωθεί, παρά μόνο πως υπερτόνιζαν την ανθρώπινη ζωή και την ανθρώπινη πλευρά του Ιησού Χριστού.
Η πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας Ρώμη, αποτελεί κατ’ αρχάς, το θέατρο των Μοναρχιανών ερίδων, στην οποία ιδρύει Σχολή το 180 μ.Χ. ο Θεόδοτος ο σκυτέας. Ο Θεόδοτος ήταν μια σημαντική προσωπικότητα με επιστημονική και φιλοσοφική κατάρτιση, γι’ αυτό και επιχείρησε να στηρίξει την διδασκαλία του γραμματικοερμηνευτικά. Θεωρούσε ως φιλοσοφικές αυθεντίες, τους λεγόμενους εμπειρικούς φιλόσοφους Αριστοτέλη, Ευκλείδη κ.λ.π. Τον Ιησού, τον δεχόταν ως ένα απλό άνθρωπο, ο οποίος κατά την στιγμή που βαπτίζονταν εφοδιάστηκε με θείες δυνάμεις. Το «πνεύμα του Θεού» ενήργησε πάνω σ’ αυτόν καθ’ ολοκληρία σαν δύναμη με ιδιαίτερο τρόπο, αλλά με τίποτα δεν μπορεί να αποκαλείται Θεός, ούτε ακόμα και όταν αναστήθηκε. Είναι φανερό λοιπόν πως ο Θεόδοτος απορρίπτει παντελώς την Θεότητα του Ιησού Χριστού, αν και μέρος των οπαδών του συμφώνησαν στο να καλείται ο αναστάς Ιησούς ως Θεός. Κατά τους ερευνητές είναι φανερή η καταγωγή της κακοδοξίας του Θεόδοτου από την Ιουδαΐζουσα αίρεση του Χριστιανισμού τον Εβιωνιτισμό.
Ο επίσκοπος Ρώμης Βίκτωρ καταδίκασε τον Θεόδοτο και τον απέβαλε από την εκκλησιαστική κοινωνία, γιατί με την διδασκαλία του μετέβαλε τον Χριστό σε «κοινό άνθρωπο». Βέβαια για να είμαστε ακριβοδίκαιοι ο Θεόδοτος δεν είχε χρησιμοποιήσει ακριβώς την έκφραση αυτή, γιατί δεχόμενος τον Χριστό ως «δύναμη» του Θεού, τον ξεχώριζε από τους υπόλοιπους ανθρώπους.
Λίγο αργότερα εμφανίστηκε και άλλος Θεόδοτος, ο αποκαλούμενος τραπεζίτης, και αυτός στη Ρώμη, μαθητής και συνεχιστής της διδασκαλίας του. Και αυτός παρομοίως καταδικάστηκε στην Δύση.
Ένα σχεδόν αιώνα αργότερα, περί το 260 μ.Χ., βρίσκει στην Ανατολή, ο δυναμικός Μοναρχιανισμός έναν θερμό υποστηρικτή, τον Παύλο τον Σαμοσατέα που ήταν και επίσκοπος Αντιοχείας. Ο Ευσέβιος Καισαρείας στην Εκκλησιαστική Ιστορία του Ζ΄27 – 30, αναφέρει πως οι Πατέρες της Συνόδου που συνεκλήθησαν στην Αντιόχεια για να καταδικάσουν την κακοδοξία του, τον χαρακτηρίζουν ως κακότροπο και φιλόδοξο. Για την διδασκαλία του Παύλου Σαμοσατέα μαθαίνουμε από τον Επιφάνιο (Κατά αιρέσεων, 65, 1 MIGNE ΕΠ 42, 12 εξ). Η διδασκαλία του λοιπόν ξεκινάει από την εξής βασική αρχή, «ένας Θεός, ο Πατέρας». Την έννοια του Λόγου την άφηνε κατά κάποιο τρόπο σε ισχύ, και την ταύτιζε με τον Ιησού Χριστό. Αλλά ο Λόγος στον Ιησού ήταν κάτι ανάλογο με τον «λόγο στον άνθρωπο». Ο Λόγος δηλαδή είναι ιδιότητα του Θεού, απρόσωπη δύναμη, η οποία δια μέσου της «εμπνεύσεως» κατοικεί στον Χριστό. Με τον τρόπο αυτό αποβαίνει ο Χριστός μοναδικός μεταξύ των ανθρώπων.
Διακρίνουμε λοιπόν στον Παύλο τον Σαμοσατέα μια διαφοροποίηση σε σχέση με τους παλιότερους δυναμικούς Μοναρχιανούς, λόγω και του γεγονότος πως εν τω μεταξύ είχε αναπτυχθεί στην εκκλησιαστική συνείδηση η Χριστολογική διδασκαλία περί Λόγου. Όμως, επειδή δέχεται τον Λόγο ως απρόσωπο χωρίς υπόσταση, παραμένει στο σημείο αυτό συνεπής Μοναρχιανός. Ταυτόχρονα καταβάλει προσπάθεια να διερευνήσει και να εκφράσει την σχέση του Λόγου με τον Πατέρα. Δεν είναι όμως όπως οι παλιότεροι Πατροπασχίτης, δηλαδή δεν αποδίδει την σάρκωση, τα πάθη και τον θάνατο στο ένα Θείο Ον, τον Πατέρα, αλλά δέχεται με συγκαλυμμένες εκφράσεις και παρόμοιες με την εκκλησιαστική φρασεολογία, κάποιο φωτισμό του ανθρώπου Ιησού, κάτι ανάλογο – σε κατώτερο βαθμό βέβαια – που είχε γίνει στους Προφήτες της Παλαιάς Διαθήκης. Έφθανε μάλιστα στην προσπάθειά του για συγκάλυψη της κακοδοξίας του μέχρι του σημείου να λέει και τη φράση «εκείνο τον Λόγο γέννησε ο Θεός χωρίς την Παρθένο».
Αλλά κατά την πραγματική διδασκαλία του, ο Λόγος στον Ιησού, ουδέποτε υπήρξε οργανικό μέρος του ανθρώπου Ιησού, αλλά παραμένει πάντα κάτι ξένο, αφού η Μαρία γέννησε έναν απλό άνθρωπο σαν και εμάς, και ο οποίος έγινε Χριστός κατά την στιγμή της βάπτισής του, όταν κατοίκησε μέσα του ο Λόγος, χωρίς όμως να ενωθεί ποτέ οργανικά το θείο και το ανθρώπινο στοιχείο, σαν ένα είδος «συνάφειας», για την κοινή διεξαγωγή του σωτηριώδους έργου. Επίσης δεν απέκλειε από τον Χριστό και τον χαρακτηρισμό «Θεός», αποκαλώντας τον «Θεό εκ Παρθένου, Θεό εκ Ναζαρέτ», εννοώντας όμως ως Θεό που προήλθε από εξέλιξη, παρερμηνεύοντας το χωρίο του Αποστόλου Παύλου «θανάτου δε σταυρού. Γι’ αυτό και ο Θεός τον υπερύψωσε και του χάρισε όνομα ανώτερο από κάθε άλλο όνομα» Φιλιππησίους 2:9. Εξηγώντας το παραπάνω χωρίο ισχυρίζονταν πως ο Χριστός, ήταν από την αρχή προορισμένος στην ιδέα του Θεού για να γίνει Θεός, αλλά γίνεται τέτοιος μετά την ολοκλήρωση του έργου του στην γη, και αφού τον ανύψωσε ο Θεός. Τελικά ο Ιησούς θεοποιείται με την ηθική έννοια διότι πρόκοψε στην αρετή και πέτυχε το έργο του, «εκ προκοπής τεθεοποιείσθαι». Δεν υπάρχει λοιπόν καμιά αμφιβολία, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν μέχρι στιγμής πως ο Παύλος ο Σαμοσατέας είναι ο πρόδρομος των μετέπειτα Χριστολογικών κακοδοξιών που θα συνταράξουν την Εκκλησία τους μετέπειτα αιώνες, αν και προσπαθεί με την φρασεολογία της διδασκαλίας τους να συγκαλύψει την μοναρχιανή κακοδοξία του. Γι’ αυτό και ο όρος ομοούσιος που θα θεσπιστεί αργότερα ως Ορθόδοξος από την Α΄ Οικουμενική Σύνοδο είχε καταστεί επί μακρόν στην Αντιόχεια ύποπτος, καθότι εσήμαινε πως ο Πατέρας και ο Λόγος ήταν μία ουσία και ένα πρόσωπο ή ως κατοικών ο Λόγος στον Πατέρα, ως ιδιότητα δηλαδή του Πατέρα.
Αυτοί που καταπολέμησαν την διδασκαλία του Σαμοσατέα ορθά διαπίστωσαν πως υπάρχουν σ’ αυτή προφανείς ασυνέπειες και αντιφάσεις. Ορθά παρατήρησαν πως διδάσκει ότι υπάρχουν δύο διαφορετικοί «Υιοί του Θεού», ένας απρόσωπος και ένας προσωπικός.
Οι ιδέες των δυναμικών Μοναρχιανών δεν μπόρεσαν να αντέξουν για πολύ καιρό. Εμφανίστηκαν όμως ξανά στους νεότερους χρόνους από τους διάφορους ορθολογιστές, οι οποίοι πρεσβεύουν πως ο Ιησούς δεν είναι τίποτα άλλο, παρά ένας με ιδιαίτερο τρόπο φωτισμένος και εμπνευσμένος από τον Θεό άνθρωπος.
Διαφορετικά εμφανίζεται ο τροπικός Μοναρχιανισμός. Σύμφωνα με αυτόν που εκπροσωπείται από τους Νοητό, Πραξέα και βραδύτερον από τον Σαβέλλιο, ο Ιησούς Χριστός είναι ο Θεός που έγινε άνθρωπος. Σε σχέση με τον δυναμικό Μοναρχιανισμό, ο τροπικός είναι πιο επικίνδυνος για την εκκλησιαστική διδασκαλία περί Χριστού – Λόγου. Και αυτό είναι απόλυτα φυσιολογικό γιατί παρουσιάζεται όλη η Θεότητα στο σύνολό της να σαρκώνεται στο πρόσωπο του Χριστού, με αμεσότερο μάλιστα τρόπο. Σαν φιλοσοφική βάση χρησιμοποιεί την διδασκαλία των Στωικών περί «κατηγοριών», η οποία πρεσβεύει πως το ίδιο υποκείμενο, όταν έρχεται σε διάφορες σχέσεις, μπορεί να εμφανίζεται με διαφορετικούς τρόπους και στην συγκεκριμένη περίπτωση ο Θεός εμφανίζεται άλλοτε σαν Πατέρας και άλλοτε σαν Υιός.
Μάλιστα σε κάποιους κύκλους των τροπικών Μοναρχιανών κατά την λειτουργική γλώσσα ο Χριστός είναι ο Πατέρας που έγινε άνθρωπος. Και είναι φυσιολογικό αυτό γιατί στη θεία λατρεία εξαίρεται η τιμή του Χριστού ως Θεού. Έλεγαν λοιπόν πως ο ίδιος ο Πατέρας γεννήθηκε από την Παρθένο, έπαθε και πέθανε. Γι’ αυτό και ο Τερτυλλιανός τους αποκάλεσε «Πατροπασχίτες». Τον κύριο εκπρόσωπό τους Νοητό, τον πολέμησε ο Ιππόλυτος (Έλεγχος Θ΄,7 εξ) λέγοντας πως αυτά που λέει είναι σχετικά με τα φιλοσοφήματα του Έλληνα φιλόσοφου Ηράκλειτου.
Με αυτό τον τρόπο νόμιζαν οι Μοναρχιανοί, πως μπορεί να δικαιωθεί ολοσχερώς η θεότητα του Χριστού και συγχρόνως να αποκρουστεί και η διθεΐα. Όμως αυτού του είδους τον Θεό που είχε γίνει Χριστός δεν τον καλούσαν «Λόγο» και ερμήνευαν αλληγορικά τον πρόλογο του Ευαγγελίου του Ιωάννη. Ο Νοητός δίδασκε, πως αφού ο Πατέρας δεν δημιουργήθηκε, ορθά καλείται Πατέρας. Όταν όμως θέλησε να υποστεί γέννηση, ως αυτογεννηθείς, ορθά καλείται Υιός. Η διάκριση λοιπόν του Πατέρα και του Υιού υπάρχει μόνο κατ’ όνομα ή και ως διάκριση χρόνου. Ο Χριστός – Θεός ανέστησε τον εαυτό του από τους νεκρούς και είναι ο Πατέρας αυτός που καρφώθηκε με τα καρφιά στον σταυρό.
Στην πρωτεύουσα Ρώμη, λίγο διάστημα μετά, εμφανίζεται ο Σαβέλιος, ο οποίος γίνεται αυτός ο αρχηγός πλέον των τροπικών Μοναρχιανών. Αυτός συμπεριλαμβάνει πλέον στην «Μοναρχία του Θεού» και το Άγιο Πνεύμα. Σύμφωνα με την διδασκαλία του Σαβέλιου, ο Θεός εκδηλώνεται ενεργά σε τρεις διαδοχικές εμφανίσεις. Αρχικά στο «πρόσωπο» του Πατέρα ως δημιουργός και νομοθέτης. Λέγοντας όμως ο Σαβέλιος «πρόσωπο» δεν εννοεί την «υπόσταση», αλλά μια «μορφή εμφάνισης», μια «εκδήλωση προσωπικότητας» κάτι σαν προσωπείο. Κατόπιν στο «πρόσωπο» του Υιού ως λυτρωτής, από την στιγμή της ενανθρώπησής του μέχρι την ανάληψή του στους ουρανούς. Τέλος στο «πρόσωπο» του Αγίου Πνεύματος που χαρίζει την ζωή και την χάρη, μέχρι σήμερα. Στο σημείο αυτό παρατηρείται μια ασυνέπεια στη διδασκαλία του Σαβέλιου, διότι δίδασκε πως ο Θεός Πατέρας εξακολουθεί να παρουσιάζεται ως συντηρητής της φύσης που είχε δημιουργήσει στο παρελθόν.
Όπως λοιπόν εμφανίζεται ο ηθοποιός – στο αρχαίο δράμα – υποδυόμενος εναλλάξ διάφορα πρόσωπα, φορώντας δηλαδή κάθε φορά διαφορετική μάσκα, έτσι εμφανίζεται διαδοχικά το ένα θείο Όν, άλλοτε ως Πατέρας, άλλοτε ως Υιός και άλλοτε ως Άγιο Πνεύμα, ενώ πρόκειται πάντοτε για ένα και το αυτό Όν και όχι για Αγία Τριάδα. Για και ο Σαβέλιος χρησιμοποιεί τον όρο «Υιοπάτωρ», αφού κατ’ αυτόν ο Πατέρας είναι ίδιος με τον Υιό. Πάντως και ιδέα του σχεδίου του Θεού για την σωτηρία του ανθρώπου (θεία οικονομία) δεν είναι άγνωστη στον Σαβέλιο. Την δέχεται πως πραγματοποιείται κατά την διαδοχική εμφάνιση των «προσώπων» του ενός και αυτού προσώπου. Οι οπαδοί του χρησιμοποιούσαν και τον όρο ομοούσιος ως χαρακτηριστικό για τον Υιό, εννοώντας όμως την απόλυτη ταυτότητα, δηλαδή πως ο Πατέρας είναι μετά του Υιού ο ένας και ο αυτός.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ιωάννη Ορ. Καλογήρου: Ιστορία των Δογμάτων, Τόμος Α΄, Εκδόσεις Πουρνάρα, Θεσσαλονίκη 1976

1 σχόλιο:

Γιώργος είπε...

Ενδιαφέρον άρθρο. Αναφορικά με τον Χριστό, εφόσον ο ίδιος δήλωσε ότι κατεβηκε απ τον ουρανό, ξεχωρίζει τον εαυτό του απ τον πατέρα του που εξακολουθούσε να βρίσκεται στον ουρανό. Η μετατροπη της φύσης του Χριστού από πνευματική σε ανθρώπινη στη γη έγινε μέσω του αγίου πνεύματος και κάτι αντίστροφο έγινε με την ανάσταση ως πνευματική οντότητα όπως ήταν αρχικά επί δισεκατομμύρια χρόνια. Η εξουσία που του δόθηκε τον έκανε να αποκαλείται "θεός ισχυρός" και όχι κάποια αλλαγή της πνευματικής του φύσης. Όπως ένας πρωθυπουργός με μεγάλη εξουσία δεν παύει να είναι άνθρωπος ακριβώς της ίδιας φύσης όπως ένα μικρό παιδί ή όπως κάποιος χωρίς καθόλου εξουσία.

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...