ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ, ΥΒΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΣΧΕΤΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΣΧΟΛΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ

Τελευταία Νέα του "Αντιαιρετικός"

Ευχαριστούμε όλες και όλους εσάς που επισκέπτεστε το ιστολόγιο μας ... Διαβάστε την καινούργια σελίδα μας "Απάνθισμα Πατερικών Κειμένων" ...ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ, ΥΒΡΙΣΤΙΚΑ ΚΑΙ ΑΣΧΕΤΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΣΧΟΛΙΑ ΔΕΝ ΘΑ ΔΗΜΟΣΙΕΥΟΝΤΑΙ

22 Σεπ 2019

Ήταν μισογύνης ο Βούδας;


Ο Βούδας συμπεριφερόταν σαν μισογύνης, κατά τους μελετητές. Εχθρευόταν με φανατισμό τις γυναίκες και τον έρωτα. Κι όσο περνούσαν τα χρόνια τόσο η έχθρα αυτή γινόταν ολοένα πιο έκδηλη και προκλητική. Άλλοι, πάλι, έχουν υποστηρίξει ότι δεν ήταν μισογύνης και πως όλα αυτά ήταν συκοφαντίες, που απόβλεπαν στο να τον μειώσουν και να τον σπιλώσουν. Οι σχολαστικοί μελετητές, ωστόσο, της ζωής του Μεγάλου Μύστη είναι κατηγορηματικοί: ότι ήταν «γυναικομάχος» κι αποστρεφόταν μ’ αηδία το σεξ. Οι ίδιοι οι μαθητές του είχαν ξεκαθαρίσει το θέμα. Ο Βούδας δεν ξανάσμιξε με γυναίκα από τότε που εγκατέλειψε το παλάτι και τις εγκόσμιες απολαύσεις.

Ο «Φωτισμένος» είχε αποφύγει να πάρει σαφή θέση για την πολυγαμία της εποχής του. Γνώριζε ότι ο πολύγαμος ήταν αξιέπαινος, αφού μπορούσε να συντηρεί πολλές γυναίκες και προπαντός ότι κατάφερνε να πλαγιάζει μαζί τους αποδοτικά. Οι άντρες τότε είχαν δικαίωμα να διαθέτουν πολλές γυναίκες. Στα επικά ποιήματα Μαχαβαράτα και Ραμαγιάνα αναφερόταν και μια περίπτωση πολυανδρίας. Μια φλογερή Ινδή, η Δραουπάδι, είχε παντρευτεί πέντε αδελφούς και σεξουαλικά τα περνούσαν φίνα κι οι έξι …
Ο Βούδας διάλεξε τη σύζυγό του Γιασοδάρα ανάμεσα από πεντακόσιες ωραίες παρθένες κοπέλες, όσες δηλαδή του είχε φέρει ο βασιλιάς – πατέρας του. Την εποχή εκείνη οι παντρειές κάπως έτσι γίνονταν. Ο άντρας παντρευόταν τότε και με τη συγκατάθεση της γυναίκας. Οι Ινδές, όμως, αυτό τον τρόπο τον εύρισκαν πολύ της ρουτίνας και σ’ ένα βαθμό εξευτελιστικό. Προτιμούσαν οι άντρες τους ή να τις αγόραζαν ή να τις έκλεβαν και μάλιστα με ξυλοδαρμούς και κάποτε – κάποτε και με λίγο αίμα, λένε αρκετοί μελετητές. Αυτό άρεσε στις γυναίκες της αρχαίας Ινδίας, τις γοήτευε. Υπήρχαν και περιπτώσεις που ο άντρας έπαιρνε μια γυναίκα, δίνοντας σαν αντάλλαγμα ένα ζώο …
Όταν ο Βούδας εγκατέλειψε την οικογένειά του και ον έρωτα, ήταν είκοσι εννιά χρονών. Πάνω δηλαδή στις νεανικές του ορμές και στις σαρκικές του επιθυμίες. Μόλις έγινε ασκητής θέλησε μονομιάς να χαλιναγωγήσει τις σεξουαλικές του ορέξεις. Αυτό το πετύχαινε, κατά τους μελετητές, με το πολύωρο κι εξαντλητικό περπάτημα, με τη νηστεία, με την αποφυγή των βλαβερών σκέψεων με γυναίκες κι ερωτικές ενώσεις. Πίστευε ότι ο νηστικός δεν πρέπει να τριγυρίζει στα μαγέρικα, όπου οι μυρωδιές των καλοψημένων φαγητών σπάνε τη μύτη, κάνουν την κοιλιά να γουργουρίζει και ν τρέχουν τα σάλια του πεινασμένου. Πρόκειται, όπως έλεγε, για μια άσκοπη, ανώφελη και περιττή δοκιμασία. Το ίδιο το πιστεύω του ο «Φωτισμένος» για το νηστικό θέλησε να εφαρμόσει στον εαυτό του και σ’ ό,τι αφορά το σεξουαλικό ένστικτο. Βρέθηκε μακριά από τη γυναίκα, έπαψε να ερωτεύεται. Η σάρκα του, όμως, δεν χρειαζόταν μόνο να νιώσει πάνω της τη γυναικεία σάρκα για να πυρποληθεί από ερωτικές φλόγες και ρίγη. Ούτε να ερχόταν ο ερεθισμός από κάτι που είδαν τα μάτια κι ήταν σεξουαλικά γαργαλιστικό. Η Βουδιστική Παράδοση είχε παρομοιάσει τις σεξουαλικές του ανησυχίες κι αναστατώσεις σαν έντονο πειρασμό. Ότι στις ερημικές περιοχές που ασκήτευε τον είχε ακολουθήσει κι ο «Μαρά», η προσωποποίηση της ηδονής, ο πειρασμός του σεξ. Σύμφωνα με την ίδια Παράδοση, ο Βούδας «έκλεισε τα αυτιά της σάρκας του κι αυτή δεν ξανάκουσε ποτέ τους ερωτικούς πειρασμούς».
Σιγά – σιγά στέριωνε μέσα του στο Μεγάλο Μύστη η αντίληψη της απόλυτης σεξουαλικής αποχής. Η σάρκα του δεν ερεθιζόταν πια, η ηδονή δεν τον συντάραζε, η επιθυμία κι ο πόθος δεν τον τύφλωναν, η λαχτάρα να σφίξει στην αγκαλιά του τη γυναίκα και να κάνει τα «ανθρώπινα» δεν του ξανάρθε, κατά τη Βουδιστική Παράδοση. Είχε καταφέρει να «νεκρώσει» σεξουαλικά το κορμί του. Κι απερίσπαστος, όπως έλεγε, στράφηκε με περισσότερη αφοσίωση στο έργο της ηθικής του διδασκαλίας. Όταν συνιστούσε στους μαθητές του την απόλυτη αποχή από τον έρωτα και τις γυναίκες σαν πρότυπο μέσα στο μυαλό του είχε πάντα τον ίδιο τον εαυτό του. Πολλές γυναίκες, γοητευμένες απ’ τη διδασκαλία του, ήθελαν να ενταχθούν στο τάγμα των ασκητών του. Εκείνος ήταν αρνητικός, ανένδοτος και θεωρούσε ότι:

«Όλες οι απολαύσεις, σαρκικές και άλλες, στη ζωή δηλητηριάζονται απ’ τη συντομία τους. Ωστόσο, το θεμελιώδες κακό είναι κύρια η γενετήσια επιθυμία (το σεξ), που ωθεί στην αναπαραγωγή, στην αδιάκοπη επέκταση της αλυσίδας της ύπαρξης».

Στους «Πέντε Ηθικούς Κανόνες» του Βούδα περιλαμβάνονται κι οι «Εντολές» του:

«Να τηρείς σχολαστικά την αγνότητα. Να μην πίνεις μεθυστικά ποτά, γιατί αυτά εκτροχιάζουν τον άνθρωπο απ’ το σωστό δρόμο. Τον σπρώχνουν αναπόφευκτα στις επιθυμίες της σάρκας, στην απώλεια και στην καταστροφή».

Ο «Φωτισμένος» ήταν ανυποχώρητος στις παρακλήσεις των μαθητών του, οι οποίοι ζητούσαν επίμονα να μπουν στο τάγμα των ασκητών του και γυναίκες. Έτρεμε αυτές τις «μοναστικές επιμιξίες», όπως χαρακτηριστικά τις αποκαλούσε. Η εντολή του ήταν συγκεκριμένη: στο τάγμα των ασκητών – μοναχών του θα επικρατεί με κάθε αυστηρότητα η «μοναυλία», δηλαδή η μοναστική ζωή κι η αγαμία. Επηρεασμένος από τη στάση του δασκάλου του ο Ανάντα, ο αγαπημένος του μαθητής, ρώτησε κάποια φορά μ’ απορία:
– Πως δηλαδή πρέπει να φερόμαστε στις γυναίκες;
– Αποφεύγοντας να τις βλέπουμε, του απάντησε ατάραχα εκείνος.
– Κι αν τις δούμε; Τι να κάνουμε τότε; ξαναρώτησε;
– Να μη μιλήσουμε σ’ αυτές.
– Κι αν μας μιλήσουν εκείνες, εμείς τι να κάνουμε;   
– Να έχετε, Ανάντα, τα μάτια σας ανοιχτά! … Ανοιχτά! … Να τις αποφύγετε οπωσδήποτε …
Η κοφτή και τσεκουράτη αυτή απόκριση του Βούδα δεν επιδεχόταν αντιρρήσεις ή αμφισβητήσεις. Για τον έρωτα και την οικογένεια συμβούλευε στερεότυπα τους μαθητές του:

«Αιτία του πόνου είναι η ακόρεστη διάθεση που ωθεί στη δημιουργία νέας ζωής, που συνδυάζεται με την απόλαυση της σάρκας και τη λαγνεία, είναι η διάθεση προς το ερωτικό πάθος. Μείνετε μακριά από τέτοιες διαδικασίες. Μόνο πόνο, αβάσταχτο πόνο, φέρνουν».

Γελοία θεωρούσε ο Βούδας την αδιάκοπη διαδοχή των γεννήσεων και των θανάτων. Τότε εμπνεύστηκε την τέλεια περιφρόνηση προς τη ζωή. Η γέννηση γι’ αυτόν ήταν «η αρχή του κακού». Κι όποιος δεν συντελούσε στη γέννηση νέων ανθρώπινων υπάρξεων, αυτός σίγουρα είχε συμβάλλει στη μείωση του πόνου. Λιγότεροι άνθρωποι, λιγότερος πόνος, άρα περισσότερη ευτυχία, πρόσθετε.

ΑΠΟ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ «ΕΡΩΤΕΣ ΑΓΙΩΝ» ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΧΑΛΙΒΕΛΑΚΗ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ, Β΄ ΕΚΔΟΣΗ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...