ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ,
ΤΑ ΥΒΡΙΣΤΙΚ
Α
ΟΠ
ΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΣΧΕΤΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΣΧΟΛΙΑ ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ. ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 19 - 12 - 2012 ΑΝΑΡΤΟΥΣΑΜΕ ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ. ΑΠΟ ΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ.

Τελευταία Νέα του "Αντιαιρετικός"

Ευχαριστούμε όλες και όλους εσάς που αναδείξατε τον "Αντιαιρετικό" σε πεδίο ελεύθερης έκφρασης και διαλόγου. Ήδη τα σχόλια ξεπέρασαν τις 18.000!!!...ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 19 - 12 - 2012 ΑΝΑΡΤΟΥΣΑΜΕ ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ. ΑΠΟ ΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ.

13 Αυγ 2017

Η ΑΠΟΚΡΥΦΗ ΔΙΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΚΟΙΜΗΣΗΣ ΤΗΣ ΘΕΟΤΟΚΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΩΑΝΝΗ ΤΟ ΘΕΟΛΟΓΟ




Η Παναγία, η ένδοξη Θεοτόκος και αειπάρθενη Μαρία, όταν κατά την συνήθειά της ερχόταν στο άγιο μνήμα του Κυρίου μας για να θυμιατίσει και να προσκυνήσει με τα άγια γόνατά της, παρακαλούσε με δάκρυα τον εξ αυτής γεννηθέντα Χριστό, τον Θεό μας, να της επιτρέψει να αναχωρήσει από τον εαυτό της. Βλέποντας δε αυτή οι Ιουδαίοι να ασχολείται με τον θείο τάφο, πήγαν στους αρχιερείς λέγοντας πως η Μαρία κάθε μέρα έρχεται προς το μνήμα...

Οι αρχιερείς αφού κάλεσαν τους φύλακες, τους οποίους είχαν διατάξει να μην επιτρέπουν σε κανένα να προσεύχεται στο άγιο μνήμα, θέλησαν να πληροφορηθούν για αυτήν, αν πράγματι έτσι είναι. Οι δε φύλακες απαντώντας είπαν πως δεν είχαν αντιληφθεί κάτι ανάλογο, γιατί ο Θεός δεν τους επέτρεπε να δουν την παρουσία της. Μία δε από τις ημέρες, που ήταν Παρασκευή, ήλθε όπως το συνήθιζε η αγία Μαρία στο μνήμα, και ενώ ευχόταν για τον εαυτό της, συνέβη ν’ ανοίξουν οι ουρανοί και να κατέβει προς αυτή ο αρχάγγελος Γαβριήλ, λέγοντάς της˙ χαίρε, η γεννήσασα τον Χριστό τον Θεό μας˙ η ευχή σου διερχόμενη στους ουρανούς έγινε δεκτή από αυτόν που γέννησες, και από δω και στο εξής, σύμφωνα με το αίτημά σου, θα εγκαταλείψεις τον κόσμο και θα απέλθεις στα ουράνια στο δικό σου γιο, όπου είναι η αληθινή και αδιάκοπη ζωή.
Ακούγοντας δε αυτά από τον άγιο αρχάγγελο, επέστρεψε στην αγία Βηθλεέμ, έχοντας μαζί της τρεις παρθένες οι οποίες την φρόντιζαν. Μετά δε από μια σύντομη ανάπαυση, αφού ανακάθισε είπε προς τις παρθένες˙ φέρτε μου το θυμιατήρι, για να προσευχηθώ. Και της έφεραν ότι τις διέταξε. Και προσευχόμενη είπε˙ Κύριε μου Ιησού Χριστέ, που με καταξίωσες με την μεγάλη σου καλοσύνη να γεννηθείς από μένα, άκουσε την φωνή μου και στείλε μου τον απόστολό σου Ιωάννη, για να τον δω και να αναχωρήσω με μεγάλη χαρά˙ και στείλε μου και τους υπόλοιπους αποστόλους σου, και αυτούς που ήδη έχουν αναχωρήσει σε σένα και αυτούς που είναι στη ζωή, σε όποια χώρα και αν είναι, με το άγιο πρόσταγμά σου, για να τους δω και να ευλογήσω το πολυύμνητο όνομά σου˙ διότι ξέρω πως υπακούς στην δούλη σου για κάθε τι.
Ενώ αυτή προσεύχονταν, συνέβη, ώστε εγώ ο Ιωάννης, αφού με άρπαξε το άγιο πνεύμα με νεφέλη από την Έφεσο, με έστησε στον τόπο όπου βρίσκονταν η μητέρα του Κυρίου μου. Πλησιάζοντας δε προς αυτή και δοξάζοντας τον εξ αυτής γεννηθέντα, της είπα˙ χαίρε, η μητέρα του Κυρίου μου, η γεννήσασα τον Χριστό τον Θεό μας, διότι με χαρά και με μεγάλη δόξα θα εξέλθεις από αυτή τη ζωή. Και δόξασε τον Θεό η αγία Θεοτόκος, γιατί ήλθα εγώ ο Ιωάννης προς αυτή, ενθυμούμενη την φωνή του Κυρίου που της είχε πει˙ να η μητέρα σου, και να ο γιος σου. Και ήλθαν και οι τρεις παρθένες και προσκύνησαν. Και μου λέει η αγία Θεοτόκος˙ ευχήσου και βάλε θυμίαμα. Και ευχήθηκα ως εξής˙ Κύριε Ιησού Χριστέ, εσύ που έχεις κάνει θαυμαστά πράγματα, κάνε και τώρα θαυμαστά πράγματα ενώπιον σ’ αυτή που σε γέννησε, για να εξέλθει η μητέρα σου από την παρούσα ζωή, και να απογοητευθούν αυτοί που σε σταύρωσαν και δεν πίστεψαν σε σένα. Και όταν τέλειωσα την ευχή, μου είπε η αγία Μαρία˙ φέρε μου το θυμιατήρι και αφού έβαλε θυμίαμα είπε˙ δόξα σοι ο Θεός μου και ο Κύριος μου, διότι συνέβησαν σε μένα όσα μου υποσχέθηκες προτού ανέβεις στους ουρανούς, ότι, όταν πρόκειται να εξέλθω από τον κόσμο αυτό, θα έλθεις εσύ και το πλήθος των αγγέλων σου με δόξα προς εμένα. Και λέω προς αυτή εγώ ο Ιωάννης˙ έρχεται ο Κύριος μας Ιησού Χριστός και Θεός μας, και τον βλέπεις, όπως σου υποσχέθηκε. Απαντώντας η αγία Θεοτόκος μου είπε˙ οι Ιουδαίοι ορκίστηκαν όταν πεθάνω να μου κατακάψουν το σώμα μου. Και απαντώντας της είπα˙ δεν θα δει διαφθορά το όσιο και τίμιο σώμα σου. Απαντώντας μου είπε˙ φέρε το θυμιατήρι και βάλε θυμίαμα και προσευχήσου. Και ακούστηκε φωνή από τους ουρανούς να λέει το αμήν. Και άκουσα τη φωνή αυτή εγώ ο Ιωάννης, και μου είπε το άγιο πνεύμα˙ Ιωάννη, άκουσες τη φωνή αυτή που ειπώθηκε στον ουρανό αφού τέλεσες την ευχή; Απαντώντας δε είπα˙ ναι την άκουσα˙ και μου είπε το άγιο πνεύμα˙ αυτή τη φωνή που άκουσες σημαίνει την μέλλουσα παρουσία των αδελφών σου των αποστόλων και των αγίων δυνάμεων, διότι σήμερα έρχονται εδώ.
Εγώ δε ο Ιωάννης γι’ αυτά προσευχόμουν˙ και είπε το άγιο πνεύμα στους αποστόλους˙ όλοι συγχρόνως αφού ανεβείτε στις νεφέλες από τα πέρατα της οικουμένης να συγκεντρωθείτε στην αγία Βηθλεέμ για την μητέρα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού εν μέσω σεισμού˙ ο Πέτρος από την Ρώμη, ο Παύλος από τους Τιβέριους, ο Θωμάς από το εσωτερικό των Ινδιών, ο Ιάκωβος από τα Ιεροσόλυμα, ο Ανδρέας ο αδελφός του Πέτρου και ο Φίλιππος, ο Λουκάς και ο Σίμων ο Καναναίος και ο Θαδδαίος που είχαν πεθάνει σηκώθηκαν από τους τάφους με την βοήθεια του αγίου πνεύματος˙ προς αυτούς το άγιο πνεύμα τους έλεγε˙ μη νομίσετε πως είναι τώρα η ώρα της ανάστασης, αλλά γι’ αυτό το γεγονός σάς ανέστησε από τους τάφους, δηλ. το να πάτε να ασπαστείτε για τιμή και θαυματουργία την μητέρα του Κυρίου και σωτήρα σας Ιησού Χριστού, διότι έφθασε η ημέρα της εξόδου της και της αναχώρησής της στους ουρανούς. Ο δε Μάρκος περιφερόμενος ομοίως, έφθασε και αυτός από την Αλεξάνδρεια μαζί με τους υπόλοιπους, όπως προειπώθηκε από κάθε χώρα. Ο δε Πέτρος ανυψωθείς από νεφέλη στάθηκε μεταξύ ουρανού και γης, στηριγμένος από το άγιο πνεύμα, και η συνάθροιση των υπολοίπων αποστόλων που αρπάχτηκαν και αυτοί με τις νεφέλες βρέθηκαν μαζί με τον Πέτρο. Και έτσι με τη βοήθεια του αγίου πνεύματος, όπως ειπώθηκε, ήρθαν όλοι ταυτόχρονα.
Και πλησιάζοντας την μητέρα του Κυρίου και Θεού μας, αφού την προσκυνήσαμε της είπαμε˙ μη φοβάσαι και μην λυπάσαι˙ ο Κύριος ο Θεός που γεννήθηκε από σένα, θα σε πάρει με δόξα από αυτόν τον κόσμο. Και νοιώθοντας αγαλλίαση για τον Θεό τον σωτήρα της, ανακάθισε στο κρεβάτι και λέγει στους αποστόλους˙ μόλις βεβαιώθηκα πως έρχεται ο δάσκαλος και Θεός μας από τον ουρανό, και τον βλέπω, και έτσι αναχωρώ από την ζωή αυτή, όπως ακριβώς βλέπω εσάς να είσαστε εδώ. Και θέλω να μου πείτε, από πού το μάθατε πως αναχωρώ και ήλθατε προς εμένα, και από ποιες χώρες και πόσο χρόνο κάνατε να φτάσετε εδώ, γιατί ήταν γρήγορη η επίσκεψή σας σε μένα. Διότι δεν μου το έκρυψε αυτός που γεννήθηκε από μένα, ο Κύριος μας Ιησούς Χριστός, ο των όλων Θεός˙ διότι έχω πιστέψει και τώρα πως αυτός είναι ο υιός του υψίστου.
Και απαντώντας ο Πέτρος είπε στους αποστόλους˙ ο καθένας, προς τον οποίον το άγιο πνεύμα τού έφερε την χαρμόσυνη είδηση και όπως μας διέταξε, ας πληροφορήσουμε την μητέρα του Κυρίου μας. Και απαντώντας εγώ ο Ιωάννης είπα˙ εγώ κατά την στιγμή που έμπαινα στο άγιο θυσιαστήριο της Εφέσου για να λειτουργήσω, μου είπε το άγιο πνεύμα πως έφθασε ο καιρός της αναχώρησης της μητέρας του Κυρίου σου˙ πήγαινε στην Βηθλεέμ να την ασπαστείς. Και με άρπαξε μια νεφέλη φωτός και με έστησε στην πόρτα όπου είσαι ξαπλωμένη. Απαντώντας και ο Πέτρος˙ και εγώ ενώ βρισκόμουν στη Ρώμη, κατά τη διάρκεια του πρωινού, άκουσα την φωνή του αγίου πνεύματος να μου λέει, ότι έφθασε ο καιρός της αναχώρησης της μητέρας του Κυρίου σου˙ πήγαινε στην Βηθλεέμ να την ασπαστείς. Και να, με άρπαξε μια νεφέλη φωτός και είδα τους υπόλοιπους αποστόλους να έρχονται προς εμένα πάνω σε νεφέλες, και μια φωνή να μου λέει˙ να πάτε όλοι στην Βηθλεέμ. Απαντώντας δε και ο Παύλος είπε˙ και εγώ ενώ βρισκόμουν σε πόλη που απέχει αρκετά από την Ρώμη, την λεγομένη χώρα των Τιβερίων, άκουσα την φωνή του αγίου πνεύματος να μου λέει˙ η μητέρα του Κυρίου σου εγκαταλείποντας αυτόν τον κόσμο αναχωρεί για τα ουράνια˙ αλλά και εσύ πήγαινε στην Βηθλεέμ να την ασπαστείς. Και να, μια νεφέλη φωτός με άρπαξε και με τοποθέτησε εδώ όπως και εσάς. Απαντώντας δε και ο Θωμάς είπε˙ και εγώ διερχόμενος την χώρα των Ινδών, δυναμώνοντας το κήρυγμα με την χάρη του Χριστού και ενώ επρόκειτο να βαπτίσω τον γιο τής αδελφής του βασιλιά που ονομάζεται Λάβδανους, ξαφνικά μου είπε το άγιο πνεύμα˙ και συ Θωμά πήγαινε στην Βηθλεέμ να ασπαστείς την μητέρα του Κυρίου σου, γιατί συντελείται η μετάστασή της στους ουρανούς. Και μια νεφέλη φωτός με άρπαξε και με έφερε προς εσάς. Απαντώντας δε και ο Μάρκος είπε˙ και εμένα ενώ εκτελούσα τον κανόνα της τρίτης στην πόλη της Αλεξάνδρειας, κατά την διάρκεια της προσευχής μου, με άρπαξε το άγιο πνεύμα και με έφερε προς εσάς. Απαντώντας δε και ο Ιάκωβος είπε˙ και εγώ ενώ ήμουν στην Ιερουσαλήμ το άγιο πνεύμα στράφηκε προς εμένα λέγοντας˙ πήγαινε στην Βηθλεέμ γιατί η μητέρα του Κυρίου σου ετοιμάζει την αναχώρησή της. Και να, μια νεφέλη φωτός με άρπαξε και με έφερε προς εσάς. Απαντώντας δε και ο Ματθαίος είπε˙ εγώ δόξασα και δοξάζω τον Θεόν, διότι βρισκόμενος πάνω σε πλοίο το οποίο δοκιμάζονταν στην θάλασσα από την αγριότητα των κυμάτων, ξαφνικά μια νεφέλη φωτός επισκίασε την σφοδρότητα των κυμάτων φέρνοντας την γαλήνη, εμένα δε, με άρπαξε και με έφερε προς εσάς. Απαντώντας δε και όσοι είχαν φύγει από την ζωή διηγήθηκαν το πώς παραβρέθηκαν εκεί. Και ο Βαρθολομαίος είπε˙ εγώ ήμουν στην Θηβαΐδα κηρύττοντας τον λόγο, και να το άγιο πνεύμα μου είπε˙ η μητέρα του Κυρίου σου ετοιμάζει την αναχώρησή της˙ πήγαινε στην Βηθλεέμ για να την ασπαστείς. Και να, μια νεφέλη φωτός με άρπαξε και με έφερε προς εσάς.
Όλα αυτά είπαν οι απόστολοι στην αγία Θεοτόκο, το πώς ήλθαν και με ποιο τρόπο και αυτή αφού τέντωσε τα χέρια της στον ουρανό ευχήθηκε λέγοντας˙ προσκυνώ και υμνώ και δοξάζω το πολυύμνυτο όνομά σου, Κύριε, διότι είδε με ευμένεια την ταπεινή δούλη του και έκαμε μεγαλεία ο δυνατός˙ και να από δω και στο εξής θα με μακαρίζουν όλες οι γενιές. Και μετά την ευχή είπε στους αποστόλους˙ βάλτε θυμίαμα και προσευχηθείτε˙ και όταν προσεύχονταν βροντή ακούστηκε από τον ουρανό και ήλθε μια φοβερή φωνή σαν από άρματα, και να, φάνηκε ένα πλήθος από μια στρατιά αγγέλων και δυνάμεων, και ακούστηκε μια φωνή σαν από γιο ανθρώπου, και τα Σεραφείμ σχημάτισαν κύκλο στο σπίτι που ήταν ξαπλωμένη η αγία και άμωμος του Θεού μητέρα και παρθένος, ώστε όλοι στην Βηθλεέμ να δουν όλα αυτά τα θαυμαστά και να έλθουν στην Ιερουσαλήμ να αναγγείλουν όλα αυτά τα θαυμαστά που είχαν γίνει. Συνέβη δε μαζί με την φωνή να εμφανιστούν ξαφνικά γύρω από το σπίτι ο ήλιος και η σελήνη, και να παραβρεθεί η εκκλησία των πρωτότοκων αγίων στο σπίτι που ήταν ξαπλωμένη η μητέρα του Κυρίου, προς τιμή και δόξα αυτής. Είδα δε και πολλά θαύματα να γίνονται, τυφλοί να βρίσκουν το φως τους, κωφοί να ακούνε, χωλοί να περπατούνε, λεπροί να καθαρίζονται και να γιατρεύονται όσοι κατέχονταν από ακάθαρτα πνεύματα˙ και ο καθένας που ήταν άρρωστος και αδύναμος αγγίζοντας τον τοίχο, στο σημείο που ήταν ξαπλωμένος, φώναζε˙ αγία Μαρία, εσύ που γέννησες τον Χριστό τον Θεό μας, ελέησε και εμάς και αμέσως γιατρεύονταν. Πολλά δε πλήθη που ήταν στην Ιερουσαλήμ από κάθε χώρα και ήθελαν να προσευχηθούν, ακούγοντας τα θαύματα που έγιναν στην Βηθλεέμ για χάρη της μητέρας του Κυρίου, πήγαιναν εκεί ζητώντας την θεραπεία διαφόρων ασθενειών, της οποίας και έτυχαν. Εκείνη την ημέρα συνέβη ανέκφραστη χαρά από το πλήθος που θεραπεύτηκε και από αυτούς που είδαν τα γεγονότα, δοξάζοντας τον Χριστό τον Θεό μας και την μητέρα του˙ όλη δε η περιοχή από την Ιερουσαλήμ μέχρι την Βηθλεέμ γιόρταζε με ψαλμωδίες και πνευματικούς ύμνους.
Οι δε ιερείς των Ιουδαίων μόλις είδαν τον λαό αναστατωμένο για όσα συνέβησαν, κατελήφθησαν πάλι από βαρύτατη ζήλια και ανόητες σκέψεις, έκαναν συμβούλιο να κινηθούν εναντίον της αγίας Θεοτόκου και των αγίων αποστόλων που βρίσκονταν εκεί στην Βηθλεέμ. Και να, όταν το πλήθος των Ιουδαίων όρμησε προς την Βηθλεέμ, σε απόσταση ενός μιλίου, συνέβη να δουν φοβερό όραμα και να δεθούν τα πόδια τους, και εξαιτίας αυτού επέστρεψαν στους ομοεθνείς τους και εξήγησαν όλο αυτό το όραμα που τους τρόμαξε στους αρχιερείς. Εκείνοι δε, βράζοντας από περισσότερο θυμό πηγαίνουν στον ηγεμόνα, κράζοντας και λέγοντας˙ χάνεται το έθνος των Ιουδαίων από αυτή την γυναίκα˙ διώξτην από την Βηθλεέμ και την επαρχία της Ιερουσαλήμ. Ο δε ηγεμόνας έκπληκτος από τα θαύματα τους είπε˙ εγώ δεν την διώχνω ούτε από την Βηθλεέμ ούτε από άλλο τόπο. Οι δε Ιουδαίοι επέμεναν φωνάζοντας και κατά της σωτηρίας του αυτοκράτορα Τιβέριου τον εξόρκιζαν, ώστε να φέρει τους αποστόλους από την Βηθλεέμ. Και τότε αναγκάστηκε να στείλει τον χιλίαρχο κατά των αποστόλων στην Βηθλεέμ. Το άγιο πνεύμα είπε προς τους αποστόλους και την μητέρα του Κυρίου˙ να ο ηγεμόνας έστειλε χιλίαρχο εναντίον σας, επειδή στασίασαν οι Ιουδαίοι, βγείτε λοιπόν από την Βηθλεέμ και μην φοβάστε˙ διότι να, διά νεφέλης θα σας οδηγήσω στα Ιεροσόλυμα˙ διότι η δύναμη του πατέρα και του υιού και του αγίου πνεύματος είναι μαζί σας. Αμέσως σηκώθηκαν οι απόστολοι βγαίνοντας από το σπίτι, βαστάζοντας το κρεβάτι της δέσποινας Θεοτόκου, και με ορμή κατευθύνθηκαν προς τα Ιεροσόλυμα˙ αμέσως, όπως είχε πει το άγιο πνεύμα, αρπαχθέντες από την νεφέλη βρέθηκαν στα Ιεροσόλυμα στο σπίτι της δέσποινας. Και όρθιοι επί πέντε μέρες ακατάπαυστα λέγαμε ψαλμωδία. Όταν έφτασε ο χιλίαρχος στην Βηθλεέμ και δεν βρήκε εκεί την μητέρα του Κυρίου ούτε τους αποστόλους, συνέλαβε τους κατοίκους της Βηθλεέμ, λέγοντάς τους˙ γιατί δεν ήρθατε να πείτε στον ηγεμόνα και τους ιερείς όλα τα σημεία και θαύματα που έγιναν, και το πώς έφθασαν οι απόστολοι από κάθε χώρα; Που είναι λοιπόν; Εμπρός πάτε στον ηγεμόνα στην Ιερουσαλήμ. Γιατί αγνοούσε ο χιλίαρχος την αναχώρηση των αποστόλων και της μητέρας του Κυρίου στην Ιερουσαλήμ. Παίρνοντας λοιπόν μαζί του ο χιλίαρχος, τους κατοίκους της Βηθλεέμ, πήγε στον ηγεμόνα λέγοντας πως δεν βρήκε κανένα. Μετά από πέντε ημέρες έγινε γνωστό στον ηγεμόνα και τους ιερείς και σ’ όλη την πόλη, ότι βρίσκεται η μητέρα του Κυρίου και οι απόστολοι στο δικό της σπίτι στην Ιερουσαλήμ, από τα σημεία και θαύματα που γίνονταν εκεί˙ πλήθος δε από άντρες, γυναίκες και παρθένες ήταν συγκεντρωμένοι και κραύγαζαν˙ αγία παρθένα η γεννήσασα τον Χριστό και Θεό μας, μη λησμονήσεις το γένος των ανθρώπων. Εξαιτίας όσων συνέβαιναν, παρακινούμενοι ο λαός των Ιουδαίων και οι ιερείς από υπερβολική ζήλια, αφού πήραν ξύλα και φωτιά επιτέθηκαν στο σπίτι για να το κάψουν, όπου βρίσκονταν η μητέρα του Κυρίου και οι απόστολοι. Ο δε ηγεμόνας παρακολουθούσε από μακριά το θέαμα. Μόλις έφτασε ο λαός των Ιουδαίων στην πόρτα του σπιτιού, ξαφνικά μια δύναμη φωτιάς βγήκε από μέσα διά αγγέλου και κατέκαψε πολύ πλήθος των Ιουδαίων. Και κατέλαβε την πόλη μεγάλος φόβος, και δόξαζαν τον Θεό που γεννήθηκε από αυτή. Όταν ο ηγεμόνας είδε τα γεγονότα, κραύγασε σε όλο τον λαό λέγοντας˙ αληθινά υιός Θεού είναι ο γεννηθείς από την παρθένο, την οποία εσείς νομίσατε πως διώξατε˙ διότι τα θαύματα αυτά είναι αληθινού Θεού. Έγινε δε σχίσμα μεταξύ των Ιουδαίων, και πολλοί πίστεψαν στο όνομα του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, εξαιτίας των θαυμάτων που έγιναν.
Μετά από όλα αυτά τα θαυμαστά γεγονότα που έγιναν διά της Θεοτόκου και αειπαρθένου Μαρίας της μητέρας του Κυρίου, ευρισκόμενοι εμείς οι απόστολοι μαζί της στα Ιεροσόλυμα, μας είπε το άγιο πνεύμα˙ γνωρίζετε πως Κυριακή έγινε ο ευαγγελισμός της παρθένου Μαρίας από τον αρχάγγελο Γαβριήλ, και Κυριακή γεννήθηκε στην Βηθλεέμ ο σωτήρας, και Κυριακή βγήκαν τα παιδιά των Ιεροσολύμων για να τον συναντήσουν με βάγια λέγοντας˙ ωσσανά εν τοις υψίστοις, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου, και Κυριακή αναστήθηκε από τους νεκρούς, και Κυριακή θα έλθει να κρίνει ζωντανούς και νεκρούς, και Κυριακή έχει έλθει από τους ουρανούς προς δόξα και τιμή, της αναχώρησης της αγίας και ένδοξης παρθένου που τον γέννησε. Και την ίδια Κυριακή λέγει η μητέρα του Κυρίου στους απόστολους˙ βάλτε θυμίαμα, γιατί ο Χριστός έρχεται με στρατιά αγγέλων˙ και να έφθασε ο Χριστός, καθισμένος σε θρόνο από Χερουβίμ. Και ενώ όλοι εμείς προσευχόμασταν φάνηκαν αναρίθμητα πλήθη αγγέλων, και ο Κύριος ερχόμενος πάνω στα Χερουβίμ με πολλή δύναμη˙και να, προοδευτικά εμφανίστηκε φως στην παρθένο με την παρουσία του μονογενούς υιού της, και πέφτοντας στα γόνατα προσκύνησαν αυτή όλες οι δυνάμεις των ουρανών, και μιλώντας με δυνατή φωνή προς την μητέρα του ο Κύριος είπε˙Μαριάμ. Και απαντώντας είπε˙ Ορίστε, Κύριε. Και είπε σ’ αυτή ο Κύριος˙ μη λυπάσαι, αλλά να χαίρεται η καρδιά σου και να αγαλλιάζει˙ διότι αξιώθηκες να δεις την δόξα που μου δόθηκε από τον πατέρα μου˙ και κοιτώντας η αγία μητέρα του Θεού είδε την δόξα του, την οποία στόμα ανθρώπου δεν μπορεί να περιγράψει ή να καταλάβει. Ο δε Κύριος απευθυνόμενος προς αυτή, της είπε˙να από τώρα μετατίθεται το τίμιο σώμα σου στον παράδεισο, η δε αγία σου ψυχή θα βρίσκεται στους ουρανούς με τους θησαυρούς του πατέρα μου σε υπερέχουσα λαμπρότητα, όπου υπάρχει με το παραπάνω ειρήνη και ευφροσύνη των αγίων αγγέλων.  Απαντώντας η μητέρα του Κυρίου είπε προς αυτόν˙ Κύριε, βάλε την δεξιά σου πάνω μου και ευλόγησέ με˙ και απλώνοντας ο Κύριος την άχραντο δεξιά του την ευλόγησε, αυτή δε κρατώντας την άχραντο δεξιά του την καταφιλούσε λέγοντας˙ προσκυνώ αυτή την δεξιά που δημιούργησε τον ουρανό και τη γη, και παρακαλώ το πολυύμνητο όνομά σου, Χριστέ ο Θεός ο βασιλιάς των αιώνων, ο μονογενής του πατέρα του, να προσδεχτείς την δούλη σου, εσύ που καταξιώθηκες να γεννηθείς από εμένα την ταπεινή για να σώσεις το γένος των ανθρώπων με την άφραστη οικονομία σου˙ κάθε άνθρωπο που θα επικαλείται ή θα προσεύχεται ή θα ονομάζει το όνομα της δούλης σου να του χορηγείς την βοήθειά σου. Ενώ αυτά έλεγε αυτή, προσερχόμενοι οι απόστολοι προς τα πόδια της, την προσκύνησαν λέγοντας˙ μητέρα του Κυρίου, άφησε στον κόσμο την ευλογία σου, διότι απέρχεσαι απ’ αυτόν, επειδή ευλόγησες και ανέστησες αυτόν που ήταν χαμένος, γεννήσασα το φως του κόσμου. Ευχόμενη η μητέρα του Κυρίου, είπε την ευχή της ως εξής˙ ο Θεός ο οποίος με την πολλή αγαθότητά του απέστειλε από τους ουρανούς τον μονογενή του υιό να κατοικήσει στον ταπεινό μου σώμα, που καταξιώθηκε να γεννηθεί από μένα την ταπεινή, ελέησε τον κόσμο και κάθε ψυχή που επικαλείται το όνομά σου. Και πάλι ευχόμενη είπε˙ Κύριε βασιλιά των ουρανών, υιέ του ζωντανού Θεού, αποδέξου κάθε άνθρωπο που επικαλείται το όνομα σου, για να δοξαστεί η γέννησή σου. Και πάλι ευχόμενη είπε˙ Κύριε Ιησού Χριστέ, εσύ που πάντα μπορείς και στον ουρανό και στην γη, σε παρακαλώ επίμονα στο όνομά σου το άγιο, δέξου αυτή την παράκληση˙ σε κάθε καιρό και τόπο που θα γίνεται η μνήμη του ονόματός μου, αγίασε εκείνο τον τόπο, και δόξασε αυτούς που σε δοξάζουν μέσω του δικού μου ονόματος, αποδεχόμενος από αυτούς κάθε προσφορά και κάθε παράκληση και κάθε ευχή. Αυτά αφού ευχήθηκε αυτή, είπε ο Κύριος στην ίδια την μητέρα του˙ ας ευφρανθεί και ας αγαλλιάσει η καρδιά σου˙ διότι κάθε χάρη και κάθε δωρεά, σου δόθηκε από τον ουράνιο πατέρα μου, και από μένα και από το άγιο πνεύμα˙ κάθε ψυχή που θα επικαλείται το όνομά σου δεν θα ντροπιαστεί, αλλά θα βρει έλεος και παράκληση και αντίληψη και παρρησία και στον τωρινό αιώνα και στον μέλλοντα ενώπιον του ουράνιου πατέρα μου. Στραφείς δε ο Κύριος είπε στον Πέτρο˙ έφθασε η ώρα να αρχίσετε την υμνωδία. Όταν ο Πέτρος άρχισε την υμνωδία όλες οι δυνάμεις των ουρανών αποκρίθηκαν με το αλληλούια. Και τότε το πρόσωπο της μητέρας του Κυρίου έλαμψε περισσότερο και από το φως και σηκώνοντας το χέρι της ευλόγησε καθένα από τους αποστόλους και όλοι δόξασαν τον Θεό˙ και ο Κύριος απλώνοντας τα άχραντα χέρια του δέχτηκε την άγια και άμωμη ψυχή της. Και ταυτόχρονα με την έξοδο τής άμωμης ψυχής της γέμισε ο χώρος με ευωδία και άφατο φως, και να, ακούστηκε φωνή από τον ουρανό να λέει˙ μακάρια εσύ από τις γυναίκες, και τρέχοντας ο Πέτρος και εγώ ο Ιωάννης και ο Παύλος και ο Θωμάς αγκαλιάσαμε τα τίμια πόδια της για να αγιασθούμε˙ οι δε δώδεκα απόστολοι βάσταξαν το τίμιο και άγιο σώμα της αφού το έβαλαν σε ένα κρεβάτι. Και να, ενώ την βάσταζαν, κάποιος Εβραίος ονόματι Ιεφωνίας δυνατός στο σώμα ορμώντας, επιτέθηκε κατά του κρεβατιού, που βάσταζαν οι απόστολοι, και ιδού άγγελος Κυρίου διά αοράτου δυνάμεως με πύρινο ξίφος έκοψε τα δυο του χέρια από τους ώμους, με αποτέλεσμα να κρέμονται στον αέρα πλησίον του κρεβατιού. Εξαιτίας αυτού του θαύματος που έγινε, κραύγασε όλος ο λαός των Ιουδαίων που το είδε, πως πράγματι αληθινός Θεός είναι ο γεννηθείς από σένα Θεοτόκε αειπάρθενε Μαρία. Και ο ίδιος ο Ιεφωνίας, παρακινούμενος από τον Πέτρο να διαπιστώσει τα θαύματα του Θεού, σηκώθηκε πίσω από το κρεβάτι και κραύγαζε˙ αγία Μαρία η γεννήσασα Χριστό τον Θεό, ελέησε με. Και στραφείς ο Πέτρος είπε προς αυτόν˙ στο όνομα του γεννηθέντος από αυτή, να κολληθούν τα χέρια σου που σου αφαιρέθηκαν. Και αμέσως με τον λόγο του Πέτρου, τα χέρια που κρέμονταν πλησίον του κρεβατιού τής Δέσποινας αναχωρώντας κόλλησαν στον Ιεφωνία. Και πίστεψε και αυτός και δόξασε Χριστό τον Θεό, τον γεννηθέντα από αυτή.      
Μετά από το θαύμα αυτό που έγινε, βάσταξαν οι απόστολοι το κρεβάτι της και κατέθεσαν το τίμιο και άγιο σώμα της σε καινούργιο τάφο στην Γεθσημανή. Και να, άρωμα ευωδίας έβγαινε από τον άγιο τάφο τής Δέσποινας μας Θεοτόκου˙ και για τρεις μέρες ακούγονταν φωνές αόρατων αγγέλων που δόξαζαν τον γεννηθέντα από αυτή Χριστό τον Θεό μας. Και όταν συμπληρώθηκε η τρίτη μέρα δεν ακούγονταν πλέον φωνές, και άρα από εκεί κατάλαβαν όλοι ότι μετατέθηκε το άμωμο και τίμιο σώμα της στον παράδεισο.  
Μετά την μετάθεση αυτού (ενν. του σώματος), να είδαμε την Ελισάβετ την μητέρα του αγίου Ιωάννη του βαπτιστή και την Άννα την μητέρα τής Δέσποινας και τον Ισαάκ και τον Ιακώβ και τον Δαβίδ να ψάλλουν το αλληλούια και όλους τους χορούς των αγίων να προσκυνούν το τίμιο λείψανο τής μητέρας του Κυρίου, και τόπο φωτεινό, του οποίου το φως εκείνου δεν υπήρχε τίποτα λαμπρότερο˙ και πλήθος ευωδίας εκείνου του τόπου, στον οποίο μετατέθηκε το τίμιο και άγιο σώμα της, στον παράδεισο˙ και ακούγονταν μελωδία που υμνούσε τον γεννηθέντα από αυτή, την οποία μελωδία μπορούσαν να ακούσουν μόνο όσες είναι παρθένες, και της οποίας δεν υπάρχει χορτασμός. Εμείς λοιπόν οι απόστολοι ειδόντες την ξαφνική και τίμια μετάθεση του αγίου σώματός της δοξάσαμε τον Θεό που μας έδειξε τα θαυμάσιά του κατά την αναχώρηση τής μητέρας του Κυρίου μας Ιησού Χριστού˙ της οποίας τις ευχές και τις πρεσβείες να αξιωθούμε να τύχουμε όλοι, κάτω από την σκέπη της και αντίληψη και προστασία της και στον τωρινό αιώνα και στον μέλλοντα, δοξάζοντας κάθε στιγμή και τόπο, τον μονογενή υιό της μαζί με τον πατέρα και το άγιο πνεύμα στους αιώνες των αιώνων, αμήν.

ΣΗΜΕΙΩΣΗ: “Η απόκρυφη διήγηση της Κοίμησης της Θεοτόκου από τον Ιωάννη τον Θεολόγο”, περιέχεται στο Apocalypses Apocryphae item Marie Dormitio, 95 – 112” του Tischendorf (Τίσεντορφ). Εμείς το παραθέτουμε από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Δ. Καλοκύρη “Πηγαί της Χριστιανικής Αρχαιολογίας, σσ 169 – 180”. Το κείμενο το οποίο είναι σε αρχαιοελληνική γραφή, το μεταφράσαμε στην νεοελληνική. Η μετάφραση μας δεν ήταν “δουλική”, δηλαδή κατά γράμμα, γιατί όχι μόνο δεν θα έβγαινε κανένα νόημα, αλλά το κείμενο θα έχανε και όλη την γλαφυρότητά του και ομορφιά. Φυσικά δεν κάναμε και παράφραση, αλλά μια πιο “ελεύθερη” μετάφραση, σεβόμενοι πάντα το περιεχόμενο της διήγησης.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...