Τελευταία Νέα του "Αντιαιρετικός"

Ευχαριστούμε όλες και όλους εσάς που επισκέπτεστε το ιστολόγιο μας.

31 Δεκ 2017

Οι αναμνήσεις μου από τον “Σλα Μαχαλά (Γύφτικα)” Λαμίας, την περίοδο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς



Του Ταξιάρχη (Μάκη) Δημητρίου

Λένε πως ο δολοφόνος γυρίζει πάντα στον τόπο του εγκλήματος. Αν αυτό αληθεύει, τότε και εγώ σαν άλλος “δολοφόνος”, κάνω αναδρομή στα παιδικά μου χρόνια, και ποιος ξέρει άραγε, με διάθεση να βρω κάτι από την χαμένη μου νιότη; αναπολώ με νοσταλγία την περίοδο των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς στην παλιά μου γειτονιά τού “Σλα Μαχαλά”. (περισσότερα για τον Σλα Μαχαλά βλέπε, “Σλα μαχαλά”, τα παρεξηγημένα “Γύφτικα”)

Στα σπίτια λοιπόν την περίοδο εκείνη γινόταν χαμός. Καθαριότητα, μαγειρική, ζαχαροπλαστική. Εμάς τα πιτσιρίκια  καθόλου δεν μας απασχολούσαν όλα αυτά. Ελεύθεροι από σχολείο επιδιδόμασταν στο παιχνίδι μέχρι τελικής πτώσης. Παραμονές Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς είχαμε να πούμε τα κάλαντα. Φορούσαμε τα «καλά» μας, χωριζόμασταν σε μικρές ομάδες, αρχίζαμε από τους γνωστούς και τους συγγενείς και συνεχίζαμε προς το κέντρο.
Πόσο άσχημα ηχούσε στα αυτιά μου το «μας τάπαν άλλοι», ήμουν και ντροπαλός, τέλος πάντων εκτός  γειτονιάς έβγαινα από τα νερά μου. Είχαμε και αθέμιτο ανταγωνισμό από τους γύφτους με τα νταούλια και τους  λοιπούς πλανόδιους οργανοπαίχτες. Το αξιοσημείωτο ήταν ότι δεν χρησιμοποιούσαμε τα παραδοσιακά τρίγωνα γιατί τα θεωρούσαμε «φλωρίστικα», δηλαδή κατάλληλα για τα
βουτυρόπαιδα, αλλά τα ζίλια, που για όσους δεν γνωρίζουν είναι αρχαία ιδιόφωνα κρουστά όργανα κάτι σαν τις καστανιέτες. Πρόκειται για σιδερένια και κάποιες φορές ξύλινα μικρά κύμβαλα που ηχούν όταν, στερεωμένα στα δάκτυλα, κρούονται μεταξύ τους και συνοδεύουν εκτός από τα κάλαντα νησιώτικα και παραδοσιακά μικρασιάτικα τραγούδια.
Για την ιστορία  αναφέρω ότι, η  ονομασία τους παράγεται από το τουρκικό zil και είναι πιθανόν περσικής καταγωγής. Ανήκουν στα όργανα που κατά τη βυζαντινή εποχή απορρίπτονταν από τους Πατέρες της Εκκλησίας όπως ο Κλήμης ο Αλεξανδρεύς και ο  Γρηγόριος ο Νύσσης, αλλά  έχουν την τιμητική τους στη βυζαντινή εικονογραφία ιδιαίτερα στις Μονές του Αγίου Όρους.
Κάποια στιγμή και μετά από αρκετά «μας τάπαν», μοιραζόμασταν την είσπραξη την οποία κρατάγαμε για χαρτζιλίκι, είχαμε φάει και τα κεράσματά μας και γυρίζαμε στα σπίτια μας.
Εγώ ήμουν από τους προνομιούχους των γιορτών. Το προνόμιό μου ήταν η πρόσβασή μου σε μια τεράστια ποσότητα και ποικιλία γλυκισμάτων. Αιτία ήταν ο παππούς μου Χρήστος Μπακούμης (γνωστός με το παρατσούκλι “Τζαμαλής”), αγράμματος άνθρωπος, όπως οι περισσότεροι στον Σλα Μαχαλά που από λούστρος προβιβάστηκε σε υπάλληλο καθαριότητας του Δήμου Λαμίας. Ήταν έθιμο τότε, να φιλεύουν τους σκουπιδιάρηδες με ελάχιστα μεν χρήματα (φτώχεια βλέπεις), αλλά με πολλά γλυκά φτιαγμένα από τις νοικοκυρές. Και τι δεν έφερνε
ο παππούς: Μπακλαβάδες, μελομακάρονα, κανταΐφια, κουραμπιέδες κ.λ.π. Έχω ακόμα στο μυαλό μου την εικόνα: Μια σκάφη και δύο μεγάλες λεκάνες γεμάτες με όλα αυτά τα καλούδια… Τρώγαμε μέχρι το Πάσχα. Κι όμως. Τα γλυκά δεν τα χόρτασα ποτέ… Το φίλεμα αυτό κράτησε κάποια χρόνια. Σιγά – σιγά άρχισαν να λιγοστεύουν τα γλυκά, μέχρι που σταμάτησαν εντελώς. Πάντως αυτή είναι η πιο γλυκιά ανάμνηση των παιδικών μου χρόνων.
Άλλη ανάμνηση που έχει να κάνει με το φαγητό, αλλά όχι και τόσο ευχάριστη ήταν η στιγμή του αποχωρισμού από το οικόσιτο γουρουνάκι μας (όταν υπήρχε – γιατί δεν υπήρχε όλες τις χρονιές) που είχε πλέον γίνει μεγάλο γουρούνι – αφού έτρωγε ότι υπήρχε και δεν υπήρχε σε ένα απόμακρο σημείο της αυλής – και πήγαινε για σφαγή προκειμένου να πουληθεί το μεγαλύτερο μέρος του και να μας θρέψει το υπόλοιπο.
Για την ιστορία αναφέρω ότι εκείνη την εποχή (αρχές της δεκαετίας του ’60) ήταν σπουδαίο πράγμα (αρχοντιά όπως έλεγαν) να έχεις το δικό σου γουρούνι για την περίοδο των εορτών και όχι μόνο, αφού τα παράγωγα κρέατος και λίπους θα χρησίμευαν για τη διατροφή μας για αρκετούς μήνες μετά. Παμπάλαια η υπόθεση της εκτροφής των οικόσιτων χοίρων και πάμπολλα έχουν γραφτεί για την χοιροσφαγή και τον τρόπο εκμετάλλευσης όλου του ζώου, οπότε δεν θα επαναλάβω τα ίδια (άλλωστε εγώ παιδάκι ήμουνα άντε να έτρωγα λίγη τσιγαρίθρα [1] και λίπα [2] στο ψωμί με ζάχαρη, ενώ τον περιβόητο πασπαλά [3] μήτε ήθελα να τον ιδώ, μήτε να τον αντικρύσω). Στέκομαι στο θέμα για να σας μεταφέρω μια κωμικοτραγική ανάμνηση. Το δικό μας γουρούνι δεν το σφάζαμε στο σπίτι αλλά το στέλναμε σε σφαγείο, ερχόταν λοιπόν κάποιος με ένα τρίκυκλο για τη μεταφορά του. Από ότι θυμάμαι ήταν ζόρικο πράγμα να ανέβει το γουρούνι στη καρότσα. Μια χρονιά όπως σπρώχνανε και τραβάγανε το γουρούνι  κάποιος το κράτησε από την ουρά. Από την πολλή δύναμη ανθρώπου και ζώου η ουρά του γουρουνιού κόπηκε!! Καημένο γουρουνάκι…                                                
Η αλήθεια είναι, ότι ακόμα και το Ελληνικό Δημόσιο κατανοώντας τις επισιτιστικές ανάγκες των πολιτών θεωρούσε νόμιμη και εξαιρούσε του φόρου την εκτροφή ενός οικόσιτου χοίρου για κάθε οικογένεια όπως αναφέρεται στο ΦΕΚ του 1846, αλλά και στις πολιτειογραφικές πληροφορίες του Α. Μάνσολα, τμηματάρχη της Δημόσιας οικονομίας, που εκδόθηκε από το Εθνικό τυπογραφείο το 1867.   
Έτσι πέρναγαν οι μέρες μας μετά τα Χριστούγεννα, με αρκετό φαγητό, άφθονα γλυκά και πολύ παιχνίδι  και φθάναμε στην Πρωτοχρονιά. Το βράδυ λίγο πριν την αλλαγή του χρόνου με βγάζανε έξω από το σπίτι για να ξαναμπώ λίγα λεπτά αργότερα να κάνω το καθιερωμένο ποδαρικό. Με θεωρούσαν τυχερό και είχα το αποκλειστικό προνόμιο να κάνω εγώ ποδαρικό στο σπίτι, προς μεγάλη απογοήτευση της μικρότερης αδελφής μου που τη θεωρούσαν «όχι γουρλού», γιατί είχε τύχει στο δικό της ποδαρικό να ψοφήσει κάποια κότα ή να γίνει μια ζημιά στο σπίτι. Η αδελφή μου μαράζωνε, αλλά κανείς δεν έπαιρνε το ρίσκο να κάνει εκείνη ποδαρικό. Τελικά είναι να μη σου βγει το όνομα, που λένε!
Τα ξημερώματα της Πρωτοχρονιάς όλα τα πιτσιρίκια, πηγαίναμε στη βρύση του Σλα (από όπου τα πρώτα μου χρόνια παίρναμε και νερό για τις ανάγκες του σπιτιού αφού ύδρευση και αποχέτευση αποκτήσαμε στη περιοχή στις αρχές του ’60), για το έθιμο της πέτρας. Πηγαίναμε, αλλά πως; Άπλυτα , αχτένιστα, αγουροξυπνημένα και προ παντός αμίλητα. Κάτι σαν μικρά «ζόμπι» δηλαδή. Στη βρύση αφήναμε γλυκά και χρήματα για να είναι ο καινούριος χρόνος γλυκός και πλούσιος. Σαν αντάλλαγμα παίρναμε μια πέτρα (τότε η οδός Μπιζανίου [4] ήταν χωματόδρομος και υπήρχαν αρκετές), συνήθως λευκή και λεία από την επίδραση του τρεχούμενου νερού, την πλέναμε καλά, πλέναμε και το πρόσωπό μας και επίσης αμίλητοι  μεταφέραμε τη πέτρα στο σπίτι.
Μπαίνοντας στην αυλή φωνάζαμε, συνήθως στη μητέρα μας σαν οικοδέσποινα, «Φέραμε το Αϊ- Βασίλη». Εκείνη έβγαινε για την υποδοχή της πέτρας που την έπαιρνε μέσα στο σπίτι. Η θέση της πέτρας ήταν πίσω από την εξώπορτα, ενίοτε έπαιζε και το ρόλο του “stop” όταν η πόρτα παρέμενε ανοιχτή. Την επόμενη παραμονή Πρωτοχρονιάς θα πεταγόταν στη γύρω από το σπίτι ακάλυπτη περιοχή για να επαναληφθεί η διαδικασία.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
1. τσιγαρίθρα: Ένα χοντρό στρώμα λίπους από το γουρούνι με μια «υποψία» κρέατος.
2. λίπα: Το στρώμα λίπους του γουρουνιού, αυτό που αποκαλούμε κοινώς και «ξύγκι».
3. πασπαλάς: Το κρέας από την πλάτη και την νεφραμιά του χοιρινού.
4. Μπιζανίου: Περιφερειακή οδός της Λαμίας που οδηγεί στο Κάστρο της.

Έρευνα – επιμέλεια Χριστίνα Αναστασίου

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...