ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ,
ΤΑ ΥΒΡΙΣΤΙΚ
Α
ΟΠ
ΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΣΧΕΤΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΣΧΟΛΙΑ ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ. ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 19 - 12 - 2012 ΑΝΑΡΤΟΥΣΑΜΕ ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ. ΑΠΟ ΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ.

Τελευταία Νέα του "Αντιαιρετικός"

Ευχαριστούμε όλες και όλους εσάς που αναδείξατε τον "Αντιαιρετικό" σε πεδίο ελεύθερης έκφρασης και διαλόγου. Ήδη τα σχόλια ξεπέρασαν τις 18.000!!!...ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 19 - 12 - 2012 ΑΝΑΡΤΟΥΣΑΜΕ ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ. ΑΠΟ ΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ.

22 Νοε 2015

ΤΑ ΗΘΗ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΤΟΝ Β΄ ΚΑΙ Γ΄ ΑΙΩΝΑ


Οι χριστιανοί πίστευαν για τους εαυτούς τους πως είναι ο νέος Ισραήλ (= λαός σωτηρίας), ο Ισραήλ του Θεού, που εμφορείται από το πνεύμα και τη χάρη˙ πως δεν είναι πολίτες της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αλλά αποτελούν ένα νέο έθνος, εντός βέβαια της επικράτειας αυτής, γι’ αυτό το λόγο άλλωστε προσεύχονταν για την σταθερότητα του κράτους και των κυβερνητών. Αυτοί έλεγαν πως είναι πάροικοι και παρεπίδημοι – όπως  τονίζεται πολύ όμορφα στην προς Διόγνητον επιστολή – στον κόσμο αυτό, για τον οποίον πίστευαν πως θα παρέλθει σύντομα, επειδή επρόκειτο να έλθει η Δευτέρα Παρουσία του Κυρίου...
 
Η πίστη αυτή, δηλαδή για την ταχεία επάνοδο του Κυρίου, καθόριζε κατά μεγάλο μέρος και την διαμόρφωση του τρόπου ζωής αυτών, και η διαφορά τους από τους Εθνικούς (ειδωλολάτρες) ήταν διακριτή και ολοφάνερη. Από τα μέσα όμως του Β΄αιώνα, η ηθική αυστηρότητα των πρώτων χριστιανών άρχισε να υποχωρεί και έτσι να αμβλύνεται αρκετά η διαφορά τους από τους Εθνικούς. Και αυτό συνέβη, επειδή αρκετοί που εισέρχονταν πλέον στον Χριστιανισμό είχαν κοσμικό φρόνημα που δεν το εγκατέλειπαν με την είσοδό τους σ’ αυτόν, αλλά και από την άλλη μεριά δεν ήταν λίγοι και οι χριστιανοί οι οποίοι λησμονούσαν το πνεύμα απαρνήσεως του κόσμου. Δεν πρέπει όμως να θεωρηθεί, πως έπαυε παντελώς η επίδραση της πίστης στη ζωή τους, γιατί πράγματι η επίδραση αυτή παρέμενε σημαντική.
Ο γάμος από απλό συμβόλαιο που ήταν, εξευγενίσθηκε από το πνεύμα της χριστιανικής ηθικής και απαγορεύτηκε αυστηρά το διαζύγιο, εκτός βέβαια της περίπτωσης της μοιχείας σύμφωνα και με το λόγο του Κυρίου στην Επί του Όρους ομιλία του. Η Εκκλησία ευλογούσε τον γάμο, χωρίς να υπάρχει ακόμα ιδιαίτερη ιερολογία, και αποδοκίμαζε τον δεύτερο γάμο όπως επίσης και τον γάμο μετά απίστου – ης, δηλαδή Εθνικού – ης  (ειδωλολάτρη - ειδωλολάτρισσας).
Και κατά την εποχή αυτή, διακρίνονταν οι χριστιανοί για την εκδήλωση της αγάπης τους προς τους άλλους και ιδιαίτερα στους φτωχούς, τους άπορους, τις χήρες και τα ορφανά με έργα, γεγονός που τόνιζε ο Τερτυλλιανός στους Εθνικούς: “η φιλανθρωπία μας, δίνει περισσότερα στους δρόμους, παρά όσα η θρησκείας σας στους ναούς”. Έτσι επισκέπτονταν και βοηθούσαν τους αρρώστους και τους φτωχούς στα σπίτια τους, τους μάρτυρες που ήταν κλεισμένοι στις φυλακές και τους ξένους τους δέχονταν και τους φιλοξενούσαν στις οικίες τους. Στους δε ναούς, συγκέντρωναν εθελοντικά χρήματα και τρόφιμα τα οποία μετά, τα διαμοίραζαν στους έχοντας ανάγκη. Συγκέντρωναν επίσης χρήματα, για ειδικούς σκοπούς, όπως ήταν η απελευθέρωση αιχμαλώτων, πολλές φορές μάλιστα χωρίς να κάνουν διάκριση αν οι αιχμάλωτοι αυτοί ήταν χριστιανοί ή ειδωλολάτρες. Άλλοι από τους χριστιανούς έκαναν πλούσιες δωρεές, όπως λόγου χάρη ο Μαρκίωνας ο μετέπειτα αιρετικός της Εκκλησίας, ο οποίος ως πλούσιος πλοιοκτήτης που ήταν, έδωσε 200 σηστερτίους ποσό αξιόλογο για εκείνη την εποχή, όταν εισήλθε στην Εκκλησία της Ρώμης ή ο επίσκοπος Καρχηδόνας Κυπριανός, ο οποίος μετά τη βάπτισή του και την είσοδό του πλέον στον Χριστιανισμό, διαμοίρασε το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του. Μιμούμενοι τον απόστολο Παύλο, διάφορες εύρωστες οικονομικά Χριστιανικές εκκλησίες, ο οποίος εφάρμοζε τις περίφημες “λογείες” εράνους δηλαδή για την ανακούφιση της πτωχής κοινότητας των Ιεροσολύμων, έδειχναν την αλληλεγγύη τους βοηθώντας οικονομικά Χριστιανικές εκκλησίες που υπέφεραν. Επίσης όλες οι εκκλησίες έδειχναν ιδιαίτερη φροντίδα για τις χήρες και τα απροστάτευτα ορφανά˙ στη Ρώμη λόγου χάρη, από μαρτυρίες που έχουμε, πληροφορούμαστε, πως το 250 μ.Χ. διατρέφονταν σε καθημερινή βάση από την Εκκλησία 1500 περίπου πτωχοί. Στην υπηρεσία αυτής της αγάπης απασχολούνταν οι χήρες και οι παρθένες˙ αλλά και ο επίσκοπος μετά από αναφορά του διακόνου του, επισκέπτονταν επανειλημμένα όσους ήταν ασθενείς και ανήμποροι. Η εκκλησία μάλιστα της Καρχηδόνας διακρίθηκε για την περιποίηση των ασθενών και την ταφή των νεκρών, το ίδιο και οι χριστιανοί της Αλεξάνδρειας, όταν παρουσιάστηκε λοιμός στην Βόρεια Αφρική και την Αίγυπτο.
Κατακρίθηκαν από την Εκκλησία τα διάφορα θεάματα, θεωρούμενα ως “πομπή του διαβόλου”, όπως οι μονομαχίες και οι θηριομαχίες, οι τραγωδίες, οι κωμωδίες και οι μίμοι, και απαγορεύτηκε στους Χριστιανούς να επισκέπτονται τα θέατρα και τον ιππόδρομο. Κοσμικά θεωρήθηκαν επίσης και μη αρμόζοντα σε Χριστιανούς η ελαφρά ευθυμία, ο χορός και τα τυχερά παιχνίδια. Και τα επαγγέλματα τα οποία συνδέονταν με τον οποιοδήποτε τρόπο με τα παραπάνω έτυχαν της αποδοκιμασίας της Εκκλησίας, όπως του μονομάχου, του ηθοποιού και άλλα, τα οποία είχαν στενή επαφή με την ειδωλολατρία. Γι’ αυτό, όσοι ασκούσαν αυτά τα επαγγέλματα και επρόκειτο να βαπτιστούν Χριστιανοί έπρεπε να τα εγκαταλείψουν αμέσως. Με σκεπτικισμό και επιφύλαξη αντιμετώπιζε η Εκκλησία δύο επαγγέλματα που είχαν στενή σχέση με την ειδωλολατρία, αυτό του στρατιώτη και του δημόσιου υπαλλήλου.
Αρνητική ήταν η στάση της Εκκλησίας και προς τα καλλυντικά και τον στολισμό των γυναικών, ο δε Τερτυλλιανός έλεγε, πως όσα από αυτά δεν είναι φυσικά, δεν προέρχονται από τον Θεό τον Δημιουργό, αλλά από τον αντίδικο αυτού ήτοι τον διάβολο, ο οποίος νοθεύει την φύση. Απέρριπτε ωσαύτως τα χρωματιστά υφάσματα, τους τάπητες κ.λ.π. υποστηρίζοντας πως ο Θεός δεν δημιούργησε κόκκινα ή γαλάζια πρόβατα. Τα ίδια έλεγε και για το βάψιμο των μαλλιών, τον χρωματισμό των ματιών και του προσώπου, την κόμμωση, τα ψεύτικα μαλλιά (περούκα), τα οποία κατ’ αυτόν πιθανόν να προέρχονταν από το κεφάλι κάποιου που ήταν προορισμένος για την κόλαση, το ξύρισμα και την κόμμωση των ανδρών ή για τη συνήθεια που είχαν εκείνη την εποχή, το να κόβουν, να βάφουν και να αρωματίζουν τα μαλλιά. Όλα τα παραπάνω ήταν αρκετά δύσκολα για τους χριστιανούς και ιδιαίτερα τις γυναίκες, διότι αυτά απαιτούσε η συνήθεια της κοινωνίας και ιδιαίτερα ο κύκλος εκείνων των χριστιανών – γυναικών που τύχαινε να είναι παντρεμένες με ειδωλολάτρες συζύγους.     
   
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Ιωάννη Ε. Αναστασίου: Εκκλησιαστική Ιστορία 1975

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...