ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ,
ΤΑ ΥΒΡΙΣΤΙΚ
Α
ΟΠ
ΩΣ ΕΠΙΣΗΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΣΧΕΤΑ ΜΕ ΤΟ ΘΕΜΑ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ ΣΧΟΛΙΑ ΘΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΝΤΑΙ. ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 19 - 12 - 2012 ΑΝΑΡΤΟΥΣΑΜΕ ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ. ΑΠΟ ΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ.

Τελευταία Νέα του "Αντιαιρετικός"

Ευχαριστούμε όλες και όλους εσάς που αναδείξατε τον "Αντιαιρετικό" σε πεδίο ελεύθερης έκφρασης και διαλόγου. Ήδη τα σχόλια ξεπέρασαν τις 18.000!!!...ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 19 - 12 - 2012 ΑΝΑΡΤΟΥΣΑΜΕ ΤΑ ΑΝΩΝΥΜΑ ΣΧΟΛΙΑ. ΑΠΟ ΚΕΙ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΑ ΔΙΑΓΡΑΦΟΥΜΕ.

18 Ιουν 2017

Η ΟΚΝΗΡΙΑ (ΤΕΜΠΕΛΙΑ) ΗΤΑΝ Η ΑΙΤΙΑ ΤΗΣ ΠΑΡΑΚΟΗΣ ΤΟΥ ΑΔΑΜ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΥΑΣ




Η ερμηνεία της διήγησης της Γένεσης και το τι αυτή συμβολίζει, όσον  αφορά στην παρακοή της εντολής του Θεού από τον Αδάμ και την Εύα κατόπιν παρότρυνσης του Διαβόλου (φίδι), αυτό που η χριστιανική παράδοση αποκάλεσε Προπατορικό Αμάρτημα, έχει ταλανίσει τους σχολαστικούς της θεολογίας και όχι μόνο, για αιώνες. Η πιο δημοφιλής βέβαια ερμηνεία που κυκλοφορεί στον πολύ κόσμο, της βρώσης από τους πρωτόπλαστους του καρπού (που φυσικά δεν ήταν μήλο) από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού είναι, πως αυτή συμβολίζει την σεξουαλική πράξη και μάλιστα αρκετοί προχωρώντας ακόμα πιο πέρα, την παρά φύση σεξουαλική πράξη μεταξύ του Αδάμ και της Εύας...
Όμως, μια έξοχη ερμηνεία του προπατορικού αμαρτήματος που είναι μια πραγματική αποκάλυψη και πλησιάζει κατά πολύ σε αρκετά σημεία της, την ερμηνεία των Πατέρων της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, δίδει ο Αμερικανός ψυχίατρος Δρ Σκοτ Πεκ στο βιβλίο του «Ο Δρόμος ο Λιγότερο Ταξιδεμένος», επαληθεύοντας τα λόγια του Κυρίου μας: «Πολλοί από ανατολών και από δυσμών ήξουσι και ανακλιθήσονται μετά Αβραάμ και Ισαάκ και Ιακώβ εν τη βασιλεία των ουρανών οι δε υιοί της βασιλείας εκβληθήσονται εις το σκότος το εξώτερον». Πιστεύουμε πως αξίζει να διαβαστεί η ερμηνεία του Δρ Σκοτ Πεκ.

Το βιβλίο αυτό, εφόσον ασχολείται με την πνευματική ανάπτυξη, αναπόφευκτα θα ασχοληθεί και με την άλλη όψη του νομίσματος: με τα εμπόδια στην πνευματική ανάπτυξη. Σε τελευταία ανάλυση, υπάρχει ένα μόνο εμπόδιο, και αυτό είναι η οκνηρία. Όταν υπερνικήσουμε την οκνηρία, όλα τα άλλα εμπόδια θα υπερνικηθούν. Αν δεν υπερνικήσουμε την οκνηρία, δεν θα υπερπηδήσουμε κανένα από τα άλλα εμπόδια. Έτσι λοιπόν τούτο το βιβλίο είναι συνάμα ένα βιβλίο περί οκνηρίας.
Όταν εξετάζαμε το θέμα της πειθαρχίας, είχαμε ορίσει την τεμπελιά ως προσπάθεια αποφυγής του αναγκαίου μόχθου, ή επιλογής της εύκολης λύσης. Εξετάζοντας την αγάπη, εξετάσαμε συνάμα το γεγονός ότι η μη αγάπη είναι η απροθυμία να επεκτείνει κανείς τον εαυτό του. Η οκνηρία είναι το αντίθετο της αγάπης. Η πνευματική ανάπτυξη απαιτεί μεγάλες προσπάθειες, όπως μας το έχουν υπενθυμίσει πολλοί και πολλές φορές. Είμαστε τώρα σε μια θέση από την οποία μπορούμε να εξετάσουμε ολόπλευρα τη φύση της οκνηρίας και να αντιληφθούμε ότι η οκνηρία είναι η δύναμη της εντροπίας, όπως εκδηλώνεται στη ζωή όλων μας.
Για πολλά χρόνια έβρισκα την ιδέα του προπατορικού αμαρτήματος δίχως νόημα και μάλιστα αμφισβητήσιμη. Η σεξουαλικότητα δεν μου έδινε την εντύπωση πως ήταν κάποιο αμάρτημα. Ούτε άλλωστε οι ποικίλες άλλες ορέξεις μου. Πολύ συχνά ικανοποιούσα την επιθυμία μου, τρώγοντας υπερβολικά από ένα εξαίρετο γεύμα, και ενώ ίσως υπέφερα από σουβλιές βαρυστομαχιάς, βεβαίως δεν υπέφερα από καμιά σουβλιά ενοχής. Θεωρούσα αμαρτία στον κόσμο: την απάτη, την προκατάληψη, τον βασανισμό, την κτηνωδία. Αλλά δεν μπορούσα να αντιληφθώ καμιά κληρονομική αμαρτία σε βρέφη, ούτε έβρισκα λογικό να πιστεύω ότι μικρά παιδιά ήταν καταραμένα επειδή οι πρόγονοί τους είχαν φάει τον καρπό από το δένδρο της γνώσης του καλού και του κακού. Σιγά – σιγά, γινόμουν όλο και καλύτερος γνώστης της πανταχού παρούσης φύσης της οκνηρίας. Στον αγώνα μου να βοηθήσω τους ασθενείς μου να αναπτυχθούν, βρήκα πως ο κύριος εχθρός μου ήταν πάντοτε η οκνηρία τους. Και αντιλήφθηκα και στον ίδιο τον εαυτό μου μια παρόμοια απροθυμία να επεκτείνω τον εαυτό μου σε νέες περιοχές σκέψης, ευθύνης και ωρίμανσης. Ένα πράγμα που είχα σαφώς από κοινού με όλη την ανθρωπότητα ήταν η οκνηρία. Σ’ αυτό το σημείο η ιστορία του όφεως και του μήλου ξαφνικά απόκτησε νόημα.
Το κύριο ζήτημα έγκειται σ’ αυτό που παραλείπεται. Η ιστορία λέει ότι ο Θεός είχε τη συνήθεια «να περπατάει στον κήπο τις δροσερές ώρες της ημέρας» και ότι υπήρχαν ανοιχτά κανάλια επικοινωνίας ανάμεσα σ’ Αυτόν και στον άνθρωπο. Αλλά αν έτσι έχει το πράγμα, τότε γιατί ο Αδάμ και η Εύα, χωριστά ή μαζί, πριν ή μετά την προτροπή του όφεως, δεν είπαν στον Θεό, «Είμαστε περίεργοι να μάθουμε για ποιο λόγο δε μας επιτρέπεις να φάμε από τους καρπούς του δέντρου της γνώσης του καλού και του κακού. Αληθινά, μας αρέσει πολύ εδώ, και δε θέλουμε να φανούμε αγνώμονες, αλλά ο νόμος Σου γι’ αυτό το ζήτημα δεν έχει νόημα για μας και πραγματικά θα σου ήμασταν ευγνώμονες αν μας τον εξηγούσες». Αλλά φυσικά δεν το είπαν αυτό. Αντίθετα, προχώρησαν και παρέβησαν τον νόμο του Θεού, χωρίς ποτέ να καταλάβουν ποιος ήταν ο λόγος αυτού του νόμου, χωρίς να κάνουν την προσπάθεια να επικαλεστούν άμεσα τον Θεό, να αναρωτηθούν για την εξουσία του, ή ακόμα να επικοινωνήσουν μ’ Αυτόν σε ένα λογικό σοβαρό επίπεδο. Άκουσαν τον όφι, αλλά παρέλειψαν να δουν την άποψη του Θεού πριν ενεργήσουν.
Γιατί αυτή η παράλειψη; Γιατί δεν πάρθηκε κανένα μέτρο μεταξύ του πειρασμού και της πράξης; Αυτό ακριβώς το μέτρο που έλειψε είναι η ουσία του αμαρτήματος. Το μέτρο που έλειψε είναι το μέτρο της συζήτησης. Ο Αδάμ και η Εύα μπορούσαν να προκαλέσουν μια συζήτηση ανάμεσα στον όφι και τον Θεό. Παραλείποντας να το κάνουν, παρέλειψαν να πάρουν την άποψη του Θεού σ’ αυτό το ζήτημα. Η συζήτηση ανάμεσα στον όφι και τον Θεό συμβολίζει τον διάλογο μεταξύ του καλού και του κακού, που μπορεί και πρέπει να γίνεται μέσα στα μυαλά των ανθρώπων. Η παράλειψη μας να διεξαγάγουμε – ή να διεξαγάγουμε άρτια και με ειλικρίνεια – αυτή την εσωτερική συζήτηση μεταξύ του καλού και του κακού είναι η αιτία των κακών πράξεων που συνιστούν την αμαρτία. Εξετάζοντας αν είναι συνετός ένας προτεινόμενος τρόπος ενέργειας, οι άνθρωποι, από συνήθεια, παραλείπουν να μάθουν την άποψη του Θεού για το θέμα. Παραλείπουν να συμβουλευτούν ή να ακούσουν τον Θεό που είναι μέσα τους, τη γνώση του ορθού λόγου που ενυπάρχει στη διάνοια της ανθρωπότητας. Κάνουμε αυτή την παράλειψη επειδή είμαστε οκνηροί. Η διεξαγωγή αυτών των εσωτερικών συζητήσεων σημαίνει εργασία. Και μόνη η οργάνωσή τους απαιτεί χρόνο και ενέργεια. Και αν τις πάρουμε στα σοβαρά – αν ακούσουμε σοβαρά αυτόν τον «Θεό μέσα μας» – θα βρούμε συνήθως ότι μας προτρέπουν να πάρουμε το πιο δύσκολο μονοπάτι, το μονοπάτι της μεγαλύτερης προσπάθειας και όχι της μικρότερης. Το να κάνουμε τη συζήτηση σημαίνει άνοιγμα στον πόνο και στον αγώνα. Ο καθένας μας, λίγο ή πολύ συχνά, θα δείξει απροθυμία γι’ αυτή τη δουλειά, θα κοιτάξει να αποφύγει αυτή την οδυνηρή ενέργεια. Όπως ο Αδάμ και η Εύα, και όλοι οι πρόγονοί μας, είμαστε όλοι οκνηροί.
Άρα προπατορικό αμάρτημα υπάρχει˙ είναι η οκνηρία μας. Είναι πολύ πραγματική. Υπάρχει στον καθένα από μας – βρέφη, παιδιά, εφήβους, ώριμους ενήλικες, ηλικιωμένους˙ στους σοφούς και στους κουτούς˙ στους κουτσούς και στους αρτιμελείς. Μερικοί από μας μπορεί να είναι λιγότερο οκνηροί από άλλους, αλλά όλοι είμαστε σε κάποιο βαθμό οκνηροί. Άσχετα με το πόσο ενεργητικοί, φιλόδοξοι, ή ακόμα σοφοί μπορεί να είμαστε, αν κοιτάξουμε αληθινά εντός μας, θα βρούμε την οκνηρία να εμφωλεύει σε κάποια βαθμίδα. Είναι η δύναμη της εντροπίας μέσα μας που μας σπρώχνει κάτω, και μας κρατάει κάτω, εμποδίζοντας την πνευματική μας εξέλιξη.
Μερικοί αναγνώστες ίσως αναρωτηθούν, «Μα εγώ δεν είμαι οκνηρός. Εργάζομαι εξήντα ώρες την εβδομάδα. Τα βράδια και τα Σαββατοκύριακα, αν και είμαι κουρασμένος, προσφέρομαι να βγάλω τη γυναίκα μου έξω, να πηγαίνω τα παιδιά μου στο ζωολογικό κήπο, να βοηθάω στις δουλειές του σπιτιού, και να κάνω διάφορες άλλες αγγαρείες. Μερικές φορές, φαίνεται πως το μόνο πράγμα που κάνω είναι δουλειά, δουλειά, δουλειά». Συμπονώ αυτούς τους αναγνώστες, αλλά δεν μπορώ παρά να επιμείνω τονίζοντας πως αν ψάξουν λίγο, θα βρουν μέσα τους την οκνηρία. Γιατί η οκνηρία παίρνει μορφές διαφορετικές από εκείνες που έχουν σχέση με τους σκέτους αριθμούς των ωρών που δαπανήθηκαν στην εργασία ή αφιερώθηκαν στις ευθύνες για τους άλλους. Μια σημαντική μορφή που παίρνει η οκνηρία είναι ο φόβος. Ο μύθος του Αδάμ και της Εύας μπορεί και πάλι να χρησιμοποιηθεί για να κάνει κατανοητό τον παραπάνω ισχυρισμό. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι δεν ήταν τεμπελιά εκείνο που εμπόδισε τον Αδάμ και την Εύα να ρωτήσουν τον Θεό για τους λόγους που θέσπισε τον νόμο Του, αλλά φόβος – ο φόβος, το δέος που μας εμπνέει ο ίδιος ο Θεός, ο φόβος και η οργή του Θεού. Μολονότι όμως ο κάθε φόβος δεν είναι και οκνηρία, ο πολύς φόβος είναι ακριβώς οκνηρία. Ένα μεγάλο μέρος των φόβων μας το καταλαμβάνει ο φόβος μπροστά σε ενδεχόμενη αλλαγή της υπάρχουσας τάξης πραγμάτων, ο φόβος ότι μπορεί να χάσουμε ό,τι έχουμε, αν τολμήσουμε να κινηθούμε εμπρός από εκεί που είμαστε τώρα. Στο κεφάλαιο για την πειθαρχία, μίλησα για το γεγονός ότι οι άνθρωποι βρίσκουν την καινούργια πληροφορία σαφώς απειλητική, επειδή αν την ενσωματώσουν θα χρειαστεί να κοπιάσουν πολύ για να διορθώσουν τους χάρτες τους της πραγματικότητας, και ενστικτωδώς προσπαθούν να αποφύγουν αυτόν τον κόπο. Συνεπώς, τις περισσότερες φορές θα πολεμήσουν την καινούργια πληροφορία, αντί να την αφομοιώσουν. Η αντίστασή τους υποκινείται βέβαια από τον φόβο, αλλά η βάση του φόβου τους είναι η οκνηρία: είναι ο φόβος της δουλειάς που θα έπρεπε να κάνουν. Όμοια, στο κεφάλαιο για την αγάπη μίλησα για τον κίνδυνο να επεκτείνουμε τον εαυτό μας σε νέες περιοχές, νέες δεσμεύσεις και ευθύνες, νέες σχέσεις και επίπεδα της ύπαρξης. Εδώ πάλι ο κίνδυνος είναι να χάσουμε την υπάρχουσα κατάσταση, και ο φόβος από τη δουλειά που θα χρειαστεί όταν φτάνουμε σε κάποια νέα κατάσταση. Έτσι, είναι πολύ πιθανό ο Αδάμ και η Εύα να ήταν φοβισμένοι για το τι θα τους συνέβαινε αν επρόκειτο να ρωτήσουν ευθέως τον Θεό: αντί για αυτό προσπάθησαν να πάρουν τον εύκολο δρόμο, να λοξοδρομήσουν πονηρά για να πετύχουν τη γνώση για την οποία δεν δούλεψαν, με την ελπίδα ότι θα τα κατάφερναν χωρίς να ανακαλυφθούν. Αλλά δεν τα κατάφεραν. Το να ρωτήσουμε τον Θεό μπορεί να μας βάλει σε μεγάλο κόπο. Αλλά το ηθικό συμπέρασμα είναι ότι αυτό πρέπει να γίνει.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...